Ρόμπερτ Λούις Στήβενσον – “Το Διαμάντι του Μαχαραγιά”

Ρόμπερτ Λούις Στήβενσον

Το Διαμάντι του Μαχαραγιά

Μετάφραση: Χάρης Τανταρούδας Παπασπύρου

Ιούλιος 2020

σελ. 144

ISBN: 978-618-83523-9-1

 

 

Στις τέσσερις ιστορίες που απαρτίζουν το Διαμάντι του Μαχαραγιά συναντάμε ξανά τον περιβόητο Βοημό πρίγκηπα Φλόριζελ, κεντρικό ήρωα της Λέσχης της αυτοκτονίας, που επανεμφανίζεται και στον Δυναμιτιστή. Αυτή τη φορά όμως, μέσα από την πένα του Στήβενσον ακολουθούμε την ξέφρενη πορεία ενός πολύτιμου και πολυθρύλητου πετραδιού, που αλλάζει χέρια σωρηδόν, ταξιδεύοντας με τους πιο αλλόκοτους και διασκεδαστικούς τρόπους. Οι ήρωες των ιστοριών –κλεπταποδόχοι, κατ’ ανάγκην καταχραστές ή επίδοξοι κάτοχοι του Διαμαντιού, όλοι με τον τρόπο τους τραγικές φιγούρες–, αναζητούν απεγνωσμένα λύτρωση στο προσωπικό τους δράμα. Κι έτσι οι περιπέτειες του πολυπόθητου πετραδιού στέκονται ως αφορμή για ν’ αποκαλυφθούν συζυγικά δράματα, μυστηριώδεις οικογενειακές σχέσεις και παράτολμες εγκληματικές ενέργειες. Ο δεινός αυτός παραμυθάς μάς προσφέρει εδώ ένα ακόμη εξαίσιο δείγμα της χιουμοριστικής του ανάγνωσης της πραγματικότητας.

Ζαν-Κλωντ Μισεά – “Το ομορφότερο γκολ ήταν μια πάσα”

Ζαν-Κλωντ Μισεά

Το ομορφότερο γκολ ήταν μια πάσα

Πρόλογος: Χρίστος Χαραλαμπόπουλος

Μετάφραση-Επίμετρο: Νίκος Ν. Μάλλιαρης

Ιούλιος 2020

σελ. 216

ISBN: 978-618-83523-8-4

 

Ταξιδεύοντας από το αριστοκρατικό dribble game του 19ου αιώνα στο passing game που υιοθέτησε η λαϊκή εργατική παράδοση, κι από το θεαματικό, επιθετικό παιχνίδι των ευρωπαϊκών ποδοσφαιρικών σχολών –που συνιστούσε προϊόν συλλογικής δημιουργίας– μέχρι το «ρεαλιστικό», φιλελεύθερο ποδόσφαιρο των ημερών μας, που αποθεώνει τα ατομικά κατορθώματα των ακριβοπληρωμένων βεντετών, ο Μισεά διερευνά τις πολιτικές και φιλοσοφικές διαστάσεις του λαοφιλούς αθλήματος. Μια πρωτότυπη και οξυδερκής ανάλυση γύρω από τη γενεαλογία του ποδοσφαίρου, αλλά και φόρος τιμής στον σπουδαίο συγγραφέα και λάτρη του, Εδουάρδο Γκαλεάνο.

«Είναι ακριβώς χάρις σε τούτη τη διαρκή ομαδική κίνηση που μπορεί κάθε παίκτης να δίνει τον καλύτερό του εαυτό και να ξεδιπλώνει την ατομική του δημιουργικότητα. Αν, για παράδειγμα, ο Λέο Μέσι θεωρείται σήμερα ως ο καλύτερος παίκτης του κόσμου, είναι, μεταξύ άλλων, κι επειδή μπορεί ανά πάσα στιγμή να βασίζεται στις πάσες ακριβείας του Τσάβι και του Ινιέστα – τους οποίους, αντιστοίχως, βοηθά ν’ αποφασίσουν αν και πού θα πασάρουν τη μπάλα ακριβώς επειδή τους τη ζητά με τον ιδανικότερο τρόπο. Πρόκειται για μια σύνοψη της ιδέας που αποτελεί θεμέλιο όχι μόνο του πρωταρχικού σοσιαλισμού μα και της κοινωνιολογικής σχολής του Εμίλ Ντυρκάιμ: όταν μια συλλογικότητα ή κοινωνική ομάδα πριμοδοτεί την αλληλοβοήθεια και την αλληλεγγύη, αντί για τον ανταγωνισμό και τον πόλεμο όλων εναντίων όλων, δημιουργούνται οι βέλτιστες συνθήκες για την προσωπική ολοκλήρωση κάθε μέλους της ομάδας. Ιδού τι ήθελε να τονίσει ο Ερίκ Καντονά με την περίφημη ατάκα που έδωσε ως απάντηση, όταν τον ρώτησαν για ποιο από τα πολλά του γκολ είναι περισσότερο περήφανος: “Τ’ ομορφότερο γκολ μου; Ήταν μια πάσα!”»

Ζαν-Κλωντ Μισεά

Ο Στέλιος Ελληνιάδης παρουσιάζει στο “Κόκκινο” το βιβλίο του Λούντβιχ Κλάγκες “Ο άνθρωπος και η γη”

Ο Στέλιος Ελληνιάδης παρουσιάζει στο ραδιοφωνικό σταθμό “Κόκκινο” το βιβλίο του Λούντβιχ Κλάγκες “Ο άνθρωπος και η γη”

Το κείμενο του Λούντβιχ Κλάγκες συντάσσεται το 1913 και αποτελεί, δίχως αμφιβολία, το πρώτο σύγχρονο οικολογικό μανιφέστο· διότι περιγράφει με ακρίβεια τις επιζήμιες συνέπειες που είχε ήδη αρχίσει να έχει η πρόσφατη, ακόμη τότε, βιομηχανική επανάσταση όχι μόνο στον έμβιο κόσμο και στο φυσικό περιβάλλον μα και στον ίδιο τον άνθρωπο. […] Ο Κλάγκες φρονεί πως ο τραγικός χαρακτήρας του Δυτικού ανθρώπου έγκειται στο ότι είναι ένα ον ξεριζωμένο, εφόσον έχουν διαρραγεί οι δεσμοί που τον συνέδεαν με τη μητέρα Γη. Υπάρχει, άραγε, σωτηρία για τούτον τον εκφυλισμένο μητροκτόνο; Είναι δυνατόν ν’ αποκατασταθεί ο σπασμένος του δεσμός με τη φύση;

«Η “πρόοδος” σαρώνει τη γη σαν λαίλαπα· όπου έχει κατακάψει τα πάντα, δεν ευδοκιμεί πλέον τίποτα, για όσον καιρό υπάρχουν ακόμα άνθρωποι! Όσα είδη ζώων και φυτών έχουν εξολοθρευθεί, δεν ανανεώνονται· η μύχια φλόγα της καρδιάς έχει σβήσει, η εσωτερική πηγή που τροφοδοτούσε τη μουσική άνθηση και τις ιερές γιορτές έχει αποστραγγιστεί· το μόνο που απομένει είναι μονάχα η σκυθρωπή εργάσιμη μέρα διακοσμημένη με τα μπιχλιμπίδια θορυβωδών “απολαύσεων”. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι βρισκόμαστε στην εποχή της παρακμής της ψυχής».

 

Για το βιβλίο “Μακάριοι οι θνητοί”

Του Νίκου Μανωλόπουλου (περιοδικό Σύναξη)

 

Σε ένα από τα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου Μακάριοι οι θνητοί, γιατί είναι ακόμα ζωντανοί, ο συγγραφέας του Φρανκ Νταμούρ μάς θυμίζει μια εμβληματική σκηνή από τη ταινία του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν Έβδομη σφραγίδα, τη σκηνή που δίπλα στη θάλασσα ο Χάρος παίζει μια παρτίδα σκάκι με τον ιππότη Αντώνιο Μπλοκ. Στην ταινία η δύναμη και το νόημα της σκηνής, σύμφωνα με τον Νταμούρ, βρίσκεται στο γεγονός ότι την τελευταία κίνηση, που επιφέρει το ρουά ματ, την κάνει ο Χάρος, υπενθυμίζοντας με μεταφορικό τρόπο ότι ο θάνατος είναι η μοίρα του ανθρώπου. Όμως ο συγγραφέας μας καλεί να φανταστούμε μια ανατροπή αυτής της σκηνής, που ο ιππότης Αντώνιος Μπλοκ θα κάνει την τελευταία και τελική κίνηση, το ρουά ματ. Αυτή η ανατροπή είναι σήμερα ο στόχος όχι μιας θρησκείας, όπως παραδείγματος χάρη της χριστιανικής που κηρύττει ανάσταση νεκρών και άρα τη μη παντοδυναμία του θανάτου, ούτε μιας φιλοσοφίας όπως η πλατωνική που μιλάει για την αθανασία της ψυχής, αλλά μιας ιδεολογίας που ο συγγραφέας ονομάζει ιμορταλισμό και διέπει και εμψυχώνει την προσπάθεια μεγάλων επιχειρήσεων τεχνολογικών και όχι μόνο, στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.

Το βιβλίο διαρθρώνεται ως μια σειρά δώδεκα ανοιχτών επιστολών που απευθύνει ο συγγραφέας στους δύο δισεκατομμυριούχους επιχειρηματίες και συνιδρυτές της Google , Λάρι Πέιτζ και Σεργκέι Μπριν. Αυτοί οι επιχειρηματίες μαζί με άλλους , κυρίως ιδιοκτήτες ή μεγαλομέτοχοι μεγάλων εταιριών τεχνολογιών αιχμής, αποτελούν τον πυρήνα των θιασωτών του ιμορταλισμού, ιδεολογία που έχει ως σύνθημα της το «θάνατο στο θάνατο». Η ιδεολογία αυτή σημαίνει πρακτικά ότι αυτοί οι επιχειρηματίες με επενδύσεις εκατομμυρίων φιλοδοξούν μέσα από την έρευνα στην τεχνολογία, την ιατρική, την γενετική και άλλες επιστήμες που σχετίζονται με την υπόσταση του ανθρώπου ως όντος βιολογικού, να παρατείνουν το προσδόκιμο ζωής του ανθρώπου κατά πολύ έτσι ώστε αυτός να καταστεί οιονεί ένα αθάνατο ον. Τα λόγια ενός εκπροσώπου αυτής της ιδεολογίας που παρατίθενται στο βιβλίο είναι ενδεικτικά αυτής της ιδεολογίας: «δεν θ’ ανεχτούμε άλλο την τυραννία του γήρατος και του θανάτου […] Θ’ αποφασίζουμε μόνοι μας πόσον καιρόν θα ζούμε». Ο ιμορταλισμός μαζί με τον τρανσουμανισμό [μεταφραστικές επιλογές του έλληνα μεταφραστή για του όρους immortalism και transhumanism] είναι αιχμή του δόρατος μια αντίληψης που στοχεύει στην υπέρβαση των ορίων για τον άνθρωπο, το γήρας και το θάνατο, καθώς και στη δυνατότητα του για συνεχή πειραματισμό πάνω στα όρια της φύσης του. Χαρακτηριστικοί είναι τίτλοι σχετικών βιβλίων που ανήκουν σε αυτή την αντίληψη και τα οποία αναφέρει ο συγγραφέας, παραδείγματος χάρη του Κέρζουελ (Ray Kurzweil) το 2005 με τίτλο The singularity is Near: When Humans Transcend Biology[H μοναδικότητα πλησιάζει: έρχεται η εποχή κατά την οποία ο άνθρωπος θα υπερβεί την βιολογία] , ή του L. Alexandre το 2011 με τίτλο La mort de la mort. Comment la technmédicine va bouleverser l’ humanité [ Ο θάνατος του θανάτου. Πως η τεχνοϊατρική θα τροποποιήσει εκ βάθρων την ανθρωπότητα]. Ακόμη και τα ονόματα των εταιρειών οι οποίες σχετίζονται με την επίμαχη υπέρβαση της θνητής ανθρώπινης φύσης είναι χαρακτηριστικά, παραδείγματος χάρη το όνομα της σχετικής εταιρείας των δύο συνιδρυτών της Google είναι Calico (California life Company).

O Νταμούρ μέσω της επιστολικής γραφής του φιλοδοξεί να περιγράψει και να ασκήσει κριτική στην ιδεολογία του ιμορταλισμού από την μία ενώ από την άλλη στοχάζεται για τη θέση του θανάτου στη σημερινή εποχή καθώς και για τη θνητότητα ως το ίδιον του ανθρώπου. Αυτό που θέλει να κάνει ξεκάθαρο στον αναγνώστη αυτό το βιβλίο είναι η θέση πως το φαινόμενο του ιμορταλισμού διαφέρει από μια νέα τέχνη του θνήσκειν [ars moriendi]. Τέχνη που αναζητεί ο σημερινός άνθρωπος σε μια εποχή που θα πρέπει να επινοήσει εκ νέου απαραίτητα έθιμα, λέξεις και φαντασιακό για την ώρα του θανάτου του δικού του αλλά και των αγαπημένων του προσώπων. Διαφέρει επίσης το φαινόμενο του ιμορταλισμού από την επίταση της λογικής μιας «κίβδηλης αυτονομίας» όπως λέει ο συγγραφέας, ήτοι μιας προσπάθειας να ρυθμίσουμε διάφορα ζητήματα (παραδείγματος χάρη τη ρύθμιση του ψηφιακού μας θανάτου μέσω της προσχεδιασμένης διαγραφής της σελίδας μας στο facebook) που σχετίζονται με τη διατήρηση της μεταθανάτιας αξιοπρέπειας μας, με όλη τη ματαιοπονία που αποδεικνύεται να εμπεριέχει αυτή η αυτονομία.

Ο συγγραφέας τονίζει ότι το φαινόμενο του ιμορταλισμού δεν είναι απλώς μια «ολοκληρωμένη εκδοχή της απόπειρας ελέγχου του θανάτου» αλλά ταυτίζεται με απόπειρα ριζικής αλλαγής της φύσης του θανάτου και με μια επιθυμία επέκτασης της κίβδηλης αυτονομίας του ανθρώπου και σε σχέση με τον ίδιο το θάνατο. Δηλαδή παντοδυναμία και έλεγχος του ανθρώπου και πάνω στον ίδιο του το θάνατο, να το ανθρωπολογικό όραμα του ιμορταλισμού, ανθρωπολογικό όραμα που συμβαδίζει με ένα οικονομικό και πολιτικό σχέδιο, μιας και καμιά ιδεολογία δεν είναι απλώς ένα ατομικό καπρίτσιο.

Επομένως στο βιβλίο αυτό ο αναγνώστης θα βρει την ανάπτυξη και την ανάλυση του περιεκτικού ορισμού αυτή της ιδεολογίας που διατυπώνει ο ίδιος ο συγγραφέας: «… ο ιμορταλισμός συνιστά μια παμπεριεκτική ιδεολογία, ταυτοχρόνως οικονομική και ανθρωπολογική. Στόχος του είναι η αύξηση των βιολογικών δυνατοτήτων του ανθρώπου και τα μέσα που χρησιμοποιεί για να τον πετύχει είναι οι νέες εφαρμογές της βιοτεχνολογίας. Υπάρχει όμως και κάτι ακόμα: η ανάπτυξη της συγκεκριμένης τεχνολογίας είναι δυνατή μόνο χάρις σε ιδιωτικές επιχειρήσεις, στο πλαίσιο μιας νεοφιλελεύθερης αντίληψης περί οικονομίας και μιας κουλτούρας που θα έχει αποδεχτεί το τέλος της θνητότητας» (σ. 80). Η ανάλυση επομένως δεν περιορίζεται στις ανθρωπολογικές διαστάσεις και τις συνέπειες ενός οράματος και τελικά ενός σχεδίου με συγκεκριμένα ιδιωτικά οικονομικά και επιστημονικά κεφάλαια αλλά προσπαθεί να φανταστεί και την πολιτική δυστοπία που μπορεί να βρίσκεται πίσω από τον ιμορταλισμό ήτοι «μια συλλογικής αυτοκτονία μέσω της τεχνολογικής προόδου, ένας ιατρικοποιημένος κι εξευγενισμένος μηδενισμός» (σ. 63).

Το βιβλίο του Νταμούρ όμως δεν είναι απλώς ένα βιβλίο πολεμικό ενάντια στο ιμορταλιστικό όνειρο των συνιδρυτών της Google και κριτικό απέναντι στις οικονομικές, επιστημονικές και τεχνολογικές θεωρίες και εφαρμογές που το συνοδεύουν. Στο επίκεντρο του βιβλίου βρίσκεται και ο φιλοσοφικός στοχασμός για το νόημα της θνητότητας και της αθανασίας για τη ζωή του ανθρώπου. Μάλιστα μια παραθεώρηση της πρώτης φαίνεται να αλλοιώνει ριζικά και το νόημα της δεύτερης σύμφωνα με το συγγραφέα. Αν η δίψα για ζωή και πέραν του τάφου, δηλαδή το αίτημα της αθανασίας, απομονωθεί από την εμπειρία της τρωτότητας μας, την εμπειρία της ανάγκης μας για σχέσεις αλληλεγγύης και αγάπης με τους άλλους που πηγάζει από την αδυναμία μας, δηλαδή απομονωθεί από την εμπειρία της θνητότητας μας, της περατότητας μας, τότε η αναμέτρηση με το θάνατο απλώς θα είναι μια εγωιστική επιδίωξη επιμήκυνσης των ορίων της βιολογικής ζωής εις το άπειρον, ένα φαύλο και ψευδές άπειρο όμως. Ενδιαφέρον επομένως έχει αυτό το βιβλίο και για τις σκέψεις του συγγραφέα πάνω στη σημασία που έχει η θνητότητα αλλά και τη σημασία που έχει η γέννηση ως δημιουργία και ανάδυση του νέου (έννοια που προέρχεται από της Χάνα Άρεντ) για την ανθρώπινη κατάσταση και για τις ανθρώπινες κοινωνίες εν γένει. Πάνω σε αυτές τις σκέψεις καλείται να αναρωτηθεί για τη σημασία του θανάτου και της θνητότητας και ο χριστιανός αναγνώστης που φέρει την πίστη στο αναστημένο Ιησού που «θανάτω θάνατον πατήσας» και δεν παύει να ελπίζει στο παύλειο «ἔσχατος ἐχθρὸς καταργεῖται ὁ θάνατος», Α΄ Κορ 15,26).

Δύο τελευταίες παρατηρήσεις εν κατακλείδι. Πρώτον το βιβλίο αυτό διαπιστώσαμε, διαβάζοντας το, ότι διαλέγεται γόνιμα με το τεύχος 147 της Σύναξης που ήταν αφιερωμένο στη σχέση ανθρωπολογίας και τεχνολογίας. Είναι ένα βιβλίο που αναμετριέται με πολλά από τα ερωτήματα που τέθηκαν σε εκείνο το τεύχος από τους συγγραφείς του.

Δεύτερον, η ανάγνωση του βιβλίου και ιδιαίτερα ο προκλητικός και παράδοξος τίτλος του Μακάριοι οι θνητοί γιατί είναι ακόμη ζωντανοί μας θύμισε τα λόγια ενός άλλου σημαντικού γάλλου συγγραφέα, του μυθιστοριογράφου Μισέλ Ουελμπέκ, που γράφει στο τελευταίο του βιβλίο περιγράφοντας την εμπειρία της θνητότητας για έναν ζωντανό: «Σου λείπει ένα ον και όλα είναι «ερημιά»… η αλήθεια είναι πως σου λείπει ένα μόνο ον και όλα είναι νεκρά, ο κόσμος είναι νεκρός και είσαι κι εσύ νεκρός… δεν αντλούσα καμιά ευχαρίστηση απ’ τη μοναξιά μου, ούτε από την ελεύθερη λειτουργία του πνεύματος μου, είχα ανάγκη από αγάπη». Αν επομένως κρύβεται μια μακαριότητα στη θνητότητα για μας τους ζωντανούς, αυτή είναι η συνειδητοποίηση της βαθύτερης ανάγκης μας και επιθυμίας μας, της ανάγκης μας και της επιθυμίας μας για αγάπη, αγάπη που χρήζει αθανασίας για να μην είναι η ερημία και η νεκρότητα η τελευταία λέξη της βιοτής μας.

Λούντβιχ Κλάγκες – Ο άνθρωπος και η γη

Λούντβιχ Κλάγκες

Ο άνθρωπος και η γη

Μετάφραση: Γιώργος Στεφανίδης

Επίμετρο: Ζιλμπέρ Μερλιό

Μάιος 2020

σελ. 80

ISBN: 978-618-83523-7-7

 

Το κείμενο του Λούντβιχ Κλάγκες συντάσσεται το 1913 και αποτελεί, δίχως αμφιβολία, το πρώτο σύγχρονο οικολογικό μανιφέστο· διότι περιγράφει με ακρίβεια τις επιζήμιες συνέπειες που είχε ήδη αρχίσει να έχει η πρόσφατη, ακόμη τότε, βιομηχανική επανάσταση όχι μόνο στον έμβιο κόσμο και στο φυσικό περιβάλλον μα και στον ίδιο τον άνθρωπο. […] Ο Κλάγκες φρονεί πως ο τραγικός χαρακτήρας του Δυτικού ανθρώπου έγκειται στο ότι είναι ένα ον ξεριζωμένο, εφόσον έχουν διαρραγεί οι δεσμοί που τον συνέδεαν με τη μητέρα Γη. Υπάρχει, άραγε, σωτηρία για τούτον τον εκφυλισμένο μητροκτόνο; Είναι δυνατόν ν’ αποκατασταθεί ο σπασμένος του δεσμός με τη φύση;

«Η “πρόοδος” σαρώνει τη γη σαν λαίλαπα· όπου έχει κατακάψει τα πάντα, δεν ευδοκιμεί πλέον τίποτα, για όσον καιρό υπάρχουν ακόμα άνθρωποι! Όσα είδη ζώων και φυτών έχουν εξολοθρευθεί, δεν ανανεώνονται· η μύχια φλόγα της καρδιάς έχει σβήσει, η εσωτερική πηγή που τροφοδοτούσε τη μουσική άνθηση και τις ιερές γιορτές έχει αποστραγγιστεί· το μόνο που απομένει είναι μονάχα η σκυθρωπή εργάσιμη μέρα διακοσμημένη με τα μπιχλιμπίδια θορυβωδών “απολαύσεων”. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι βρισκόμαστε στην εποχή της παρακμής της ψυχής».

Λούντβιχ Κλάγκες

 

 

Μη ζητάς αθανασία…

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΕΡΤΙΚΑ

(Δημοσιεύτηκε στο ένθετο “Αναγνώσεις“)

 

Υπάρχει μόνο μία ηδονή: να είσαι ζωντανός. Όλες οι άλλες είναι βάσανο.

Ο θάνατος είναι ανάπαυση, αλλά η σκέψη του θανάτου ταράζει κάθε ανάπαυση.

Τσέζαρε Παβέζε

Εάν πιστέψουμε στην ψυχανάλυση, ένας οικείος τρόπος για να εκδηλώσουμε τους απωθημένους φόβους της παιδικής ηλικίας, και κυρίως τον φόβο του θανάτου, είναι κάποιες «ασήμαντες» φοβίες, όπως η αγοραφοβία, η αραχνοφοβία, και πάει λέγοντας. Ένας πιο εξεζητημένος τρόπος είναι να φανταστούμε ότι είμαστε αθάνατοι. Όταν αυτή η (παιδιάστικη) ονειροφαντασία μετατρέπεται σε ατομική ψευδαίσθηση, σε ιδεολογία, με ισχυρές αξιώσεις πραγμάτωσης, τότε έχουμε να κάνουμε με μια μείζονα πρόκληση εκ μέρους των «άλογων τεχνολόγων», και των «άσοφων σοφών» της φυλλοροούσας νέας τάξης. Αναφέρομαι βέβαια στους προπαγανδιστές και χρηματοοικονομικούς επενδυτές της ιδεολογίας του ιμμορταλισμού –στους ιδρυτές της μηχανής αναζήτησης του google– που έβαλαν για σκοπό τους την αύξηση του προσδόκιμου ζωής ίσαμε και τα τριακόσια χρόνια: μέσω των τεχνολογικών επιτευγμάτων της ιατρικής (μεταμοσχεύσεις τεχνητών οργάνων, πλαστική χειρουργική, νέες θεραπείες κ.λπ.) αποβλέπουν όχι απλώς στην επέκταση του προσδόκιμου ζωής μα στην πραγμάτωση του φαουστικού ονείρου μιας αιώνιας νεότητας.

Αυτούς τους παλαβούς και την ατομιστική-ελιτίστικη παλαβομάρα τους κατακεραυνώνει ο Φρανκ Νταμούρ με μια σειρά επιστολών του. Έστω κι αν εν μέσω της πανδημίας του COVID-19 ο τίτλος του βιβλίου του, Μακάριοι οι θνητοί γιατί είναι ακόμη ζωντανοί, ακούγεται μακάβρια διαλεκτικός, θα πρέπει να τον δούμε όχι στην αντίθεσή του με το ποιητικό όραμα μα με βάση μια πολιτική, εκείνη της αιώνιας νεότητας, σαν αποκορύφωμα της φιλελεύθερης ουτοπίας. Οι πολιτικές γενικά δεν είναι γόνος των ονειροπόλων ποιητών αλλά των παλαβών, που κάνουν πράξη τις ονειροφαντασίες (πατούν επί πτωμάτων), φτιάχνουν φοβερές μηχανές όπως το κράτος-λεβιάθαν, οι αυτοκρατορίες, οι «οργανικές ενώσεις» τύπου Φρανγκεστάιν.

Εάν δεν θέλουμε να γίνουμε (βιο)ηθικολόγοι του συρμού θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι τέτοιας λογής πολιτικές έχουν το διπλό πρόσωπο του Ιανού. Ας πάρουμε για παράδειγμα το κατ’ εξοχήν μοντέρνο δημιούργημα της πολιτικής, το κράτος-λεβιάθαν. Αυτός ο τεχνητός θεός έθεσε ένα τέλος στους θρησκευτικούς πολέμους που αιματοκυλούσαν την Ευρώπη στο όνομα χριστιανικών δογμάτων για την αιώνια ζωή. Ο Τόμας Χομπς μας λέει ότι ο ιδρυτικός μύθος, οι βάσεις του κράτους-λεβιάθαν, είναι ο φόβος του θανάτου: στη φυσική κατάσταση δεσπόζει ο πόλεμος όλων εναντίον όλων και η ανθρώπινη ζωή βρίσκεται διαρκώς σε θανάσιμο κίνδυνο· οι άνθρωποι παραδίδουν τη φυσική ελευθερία τους στον κυρίαρχο κι αυτός τους εξασφαλίζει γαλήνη κι ασφάλεια, μακροβιότητα. Για να περιοριστούμε στον δυτικό κόσμο, στη διάρκεια των τελευταίων αιώνων τουλάχιστον οι εσωτερικές πολιτικές του κράτους παρείχαν στους πολίτες του (ή στους υπηκόους) όχι μόνο γαλήνη κι ασφάλεια μα και μια σειρά υπηρεσιών που αύξησαν το προσδόκιμο ζωής, το διπλασίασαν σε σχέση με δυο αιώνες πριν. Σ’ αυτή τη συνάφεια ο θάνατος εξημερώθηκε, για να χρησιμοποιήσω μια έκφραση του Φιλίπ Αριές, καθώς τον ανέλαβαν εξειδικευμένες υπηρεσίες με κύριο μοχλό τις υγειονομικές· κατ’ ουσία ο θάνατος εξαφανίστηκε από το προσκήνιο της κοινωνικής ζωής. Η ίδια η ανθρώπινη αξιοπρέπεια εξαρτάται πλέον σε μεγάλο βαθμό από την πρόσβαση σε τέτοιας λογής υπηρεσίες. Γι’ αυτό και στις μέρες της πανδημίας του COVID-19, με τη βίαιη επανεμφάνιση του θανάτου επί σκηνής, ό,τι εξελέγχεται στις ασκούμενες πολιτικές δεν σχετίζεται τόσο με τη ζωή καθαυτή μα με την αξιοπρέπεια της ανθρώπινης ζωής.

Στην μοντέρνα υγειονομική γλώσσα υπάρχει η ουδέτερη, εκκοσμικευμένη και ψυχρή έκφραση «ο ασθενής κατέληξε», πράγμα που υποδηλοί ένα τελικό αίτιο, ένα φυσιολογικό τέλος του ανθρώπου, ένα είναι-προς-θάνατο· τέτοιες λεκτικές εκφράσεις συνυπάρχουν με άλλες προμοντέρνες μα βαθιά ριζωμένες εκφράσεις όπως «χάσαμε τον άνθρωπό μας» ή «έφυγε», δηλώνοντας έτσι την θρησκευτική πίστη στη μετοίκηση του ανθρώπου σ’ έναν άλλο κόσμο αιώνιας ζωής. Θα χρειαζόταν πολύ μελάνι για να καταγράψουμε και μόνο πώς οι λόγιοι προσέγγισαν τον θάνατο και προσπάθησαν να τον εκλογικεύσουν δίνοντας άλλη βαρύτητα στην εκφορά του λόγου. Από τον πλατωνικό Σωκράτη γνωρίζουμε ήδη πως η α-λήθεια της φιλοσοφίας είναι μια άσκηση θανάτου, μια προετοιμασία για τη μετά θάνατο άνοδο στον ακίνητο κι αιώνιο κόσμο των ιδεών· κι αυτή η αναζήτηση, η προετοιμασία για ένα γαλήνιο θάνατο, είναι εν πολλοίς ο πυρήνας του φιλοσοφικού φαντασιακού. Ωστόσο, εάν θέλουμε ν’ ανακαλύψουμε τεκμήρια για αναλογίες με τη συγκυρία χρειάζεται να ανατρέξουμε στον πλούτο της λογοτεχνίας. Ας θυμηθούμε τον Δράκουλα του Στόκερ, τη σαγηνευτική φιγούρα του Νοσφεράτου όπως αποτυπώθηκε εξπρεσιονιστικά στον κινηματογράφο από τον Μουρνάου, και τέλος τις χολυγουντιανές εκδοχές του· εκεί θα βρούμε όλα τα αρχετυπικά σύμβολα και εικόνες (ο Νοσφεράτου σπέρνει το θανατικό στη Βρέμη) που ταιριάζουν σαν γάντι στον ιμμορταλισμό και στην πανδημία, στις δυο όψεις του ίδιου νομίσματος…

Μα κι Φρανκ Νταμούρ έχει στο πίσω μέρος του κεφαλιού μια ξεκάθαρη ιδέα περί θανάτου. Εξηγούμαι: η αιώνια ζωή ή ακριβέστερα η αιώνια νεότητα των ιμμορταλιστών είναι ακινησία· εδώ δεν υπάρχει ανάγκη για κάτι ενδιαφέρον να γραφτεί, να ζωγραφιστεί ή να εξυμνηθεί· η θνητή ζωή, από την άλλη, είναι κίνηση, γίγνεσθαι, διαδοχή γενεών, πολιτισμών. Το γεγονός πως είμαστε θνητοί μας εισάγει στον χρόνο, κι ο χρόνος είναι ιστορία. Το τέλος της ιστορίας είναι και το τέλος του χρόνου, του ίδιου του ανθρώπου. Και το τέλος του ανθρώπου είναι ένα ακόμη «μετά», ο μετάνθρωπος των ιμμορταλιστών. Κοντολογίς, το τέλος της ιστορίας που διέβλεψε ο Φουκουγιάμα είναι το αφήγημα αυτής της φιλελεύθερης πολιτικής θεολογίας.

Η Χάννα Άρεντ απέρριψε την εβραϊκή θεολογία της Βίβλου για τον θάνατο και την αιώνια ζωή («και προσετέθη στον λαό του») και αντ’ αυτού στράφηκε στην αρχαία Ελλάδα. Εκεί, στον δημόσιο βίο των αρχαίων Ελλήνων ανακάλυψε την αθανασία, όταν οι πολίτες με λόγια και έργα γίνονται αθάνατοι χάρη στη σταθερή ύπαρξη του δημόσιου τόπου (της αγοράς). Η ίδια όμως είχε τη διορατικότητα να δει στις σύγχρονες κοινωνίες την παρακμή του δημόσιου προσώπου και την κατίσχυση της ιδιώτευσης. Η ακραία κατάσταση της πανδημίας, κατέδειξε τα όρια μα και τη γενίκευση της ιδιώτευσης, της συρρίκνωσης του κόσμου όλου μέσα στα τετραγωνικά ενός διαμερίσματος. Εκεί η τηλεόραση, η μηχανή της google και πλήθος άλλων γκάτζετ αναπληρώνουν τον κόσμο, και τον συρρικνώνουν όσο πιο πολύ γίνεται. Υπό μία έννοια αυξάνουν το προσδόκιμο ζωής, αφού έργα, μουσεία, πόλεις και χώρες, βιβλία, και πάει λέγοντας, που θα απαιτούσαν τεράστια δαπάνη χρόνου για να τα προσεγγίσει κανείς είναι μπροστά του με το πάτημα ενός πλήκτρου· συνάμα οι αναρτήσεις του φέισ-μπουκ και των συμπαρομαρτούντων δίνουν τη δυνατότητα στον καθένα να εκφράζει κανείς ανέξοδα τις μελλοντικές προσδοκίες του. Σ’ αυτή τη συνάφεια η μοναχικότητα της ζωής και του θανάτου αποκτούν μια άλλη ένταση, αναδεικνύουν μια μεταμοντέρνα παθολογία, καθώς η τυραννία της ιδιώτευσης φαίνεται να συμβαδίζει με την ανάφλεξη πολιτικών τυραννιών που στηρίζονται στην εικόνα του Πατέρα.

Εν πάση περιπτώσει, γεγονός είναι ότι η ακραία κατάσταση της πανδημίας επιτάχυνε κι ανέδειξε εξελίξεις στη σφαίρα του μάκρο και του μίκρο ορατές δια γυμνού οφθαλμού. Πρόκειται για γεωπολιτικές εξελίξεις, κοινωνικές, πολιτισμικές, που στο επόμενο διάστημα θα τις βρούμε μπροστά μας. Σε γενικές γραμμές δεν θα πέφταμε έξω αν λέγαμε πως για μια μειονότητα του αναπτυγμένου δυτικού κόσμου η διέξοδος επαφίεται στο κράτος, στις υπηρεσίες του και σε εκκοσμικευμένες πολιτικές θεολογίες τύπου ιμμορταλισμού ή των αντιπάλων του. Για την πλειονότητα της ανθρωπότητας όμως η θρησκευτική πίστη και η πολιτική θεολογία της είναι το μόνο ορατό πέπλο παρηγοριάς (το μόνο όπιο που διαθέτει) με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Ο εικοστός αιώνας τέλειωσε με τη διάψευση της κομμουνιστικής ουτοπίας και καταπώς φαίνεται στις μέρες μας ο εικοστός πρώτος ετοιμάζεται να δει την κατάρρευση της φιλελεύθερης ουτοπίας.

Πέδρο Αντόνιο δε Αλαρκόν – Η ψηλή γυναίκα και άλλες αναληθοφανείς αφηγήσεις

 

Πέδρο Αντόνιο δε Αλαρκόν

Η ψηλή γυναίκα και άλλες αναληθοφανείς αφηγήσεις

Μετάφραση – Επίμετρο: Δήμητρα Παπαβασιλείου

Δεκέμβριος 2019

130 σελίδες

ISBN: 978-618-83523-6-0

 

 

Μια μυστηριώδης γραία στοιχειώνει και καταδυναστεύει τη ζωή ενός λαμπρού νέου· ένας εξόριστος στον απώτατο Βορρά εξαπολύει έναν αδιανόητο αγώνα ενάντια στην αμείλικτη φύση· ένας προδομένος σύζυγος επιχειρεί να εκδικηθεί με απρόσμενη κατάληξη· και δύο αρχετυπικοί γραφιάδες επιδίδονται σ’ έναν απρόσμενο και σπαρταριστό διάλογο με τη Μούσα τους… Τα διηγήματα της ανά χείρας συλλογής αποτελούν αντιπροσωπευτικά δείγματα των ποικίλων εκφάνσεων του φανταστικού, ενώ παρουσιάζουν εκλεκτικές συγγένειες κι επιρροές από τον Έντγκαρ Άλλαν Πόε, για την ποιητική του οποίου έτρεφε ιδιαίτερο θαυμασμό ο Αλαρκόν. Κοινό παρονομαστή των αναπάντεχων αυτών αφηγήσεων αποτελεί ο Θάνατος, ως ελλοχεύουσα σκιά και αέναη απειλή (έτσι που καθένα από τα διηγήματα αποτελεί κι ένα memento mori), ενίοτε δε και ως λύτρωση, αφού σύμφωνα με το συγγραφέα «ο θάνατος είναι το απάγκιο κάθε οδύνης»…

«“Ένα απ’ τα δύο πρέπει να συμβαίνει” συλλογίστηκα με την ταχύτητα της αστραπής: “είτε ο φόβος μου είναι βάσιμος είτε πρόκειται για μια τρέλα· αν είναι βάσιμος, αυτή η γυναίκα θα πρέπει να μ’ έχει πάρει στο κατόπι, ετούτη τη στιγμή θα πρέπει κιόλας να με φτάνει, και δεν υπάρχει σωτηρία για μένα στον κόσμο… Αν πάλι πρόκειται για μια τρέλα, για μια παράλογη ανησυχία, για έναν πανικό άνευ λόγου και αιτίας, θα πειστώ γι’ αυτό άπαξ διά παντός, βλέποντας πως αυτή η φτωχή ηλικιωμένη έχει μείνει στην κόγχη εκείνης της πόρτας προσπαθώντας να προφυλαχτεί από το κρύο ή περιμένοντας απλώς να της ανοίξουν […]”.

»Αφού έκανα αυτόν το λογικό συλλογισμό, και καταβάλλοντας τεράστια προσπάθεια, γύρισα το κεφάλι.

            »Α! Γκαμπριέλ! Γκαμπριέλ! Αλίμονο! Η ψηλή γυναίκα με είχε ακολουθήσει αθόρυβα, ερχόταν ξοπίσω μου, σχεδόν με άγγιζε με τη βεντάλια, σχεδόν πρόβαλλε το κεφάλι της πάνω απ’ τον ώμο μου!»

Γκίλμπερτ Κιθ Τσέστερτον – Η δυσπιστία του πατρός Μπράουν

Γκίλμπερτ Κιθ Τσέστερτον

Η δυσπιστία του πατρός Μπράουν

Μετάφραση: Χάρης Τανταρούδας

Επίμετρο: Χάρης Τανταρούδας, Νίκος Ν. Μάλλιαρης

Νοέμβριος 2019

336 σελίδες

ISBN: 978-618-83523-5-3

 

Ο πατήρ Μπράουν είναι ένας Καθολικός ιερέας ευφυής όσο και χιουμορίστας. Η κωμική του σιλουέτα περιδιαβαίνει κάθε λογής περίεργα μέρη ανά τη Γη. Διαθέτει μιαν απλότητα και διαύγεια που τον κάνουν αγαπητό σε όλους. Η δυσπιστία του απέναντι στις εύκολες λύσεις και τις παντός είδους δεισιδαιμονίες τον βοηθά να διαλευκάνει με τον δικό του, ιδιαίτερο ορθολογισμό τα μυστήρια που συναντά μπροστά του. Οι οκτώ ιστορίες του παρόντος τόμου δεν μας προσφέρουν απλώς ένα θαυμάσιο δείγμα της συγγραφικής δεινότητας του Τσέστερτον· αποτελούν, συν τοις άλλοις, έμμεση πλην όμως χιουμοριστική κοινωνική κριτική, αλλά και μια απόπειρα χαρτογράφησης του ανθρώπινου ψυχισμού.

 

Τα διηγήματά του μοιάζουν με αστυνομικά ενώ είναι κάτι πολύ περισσότερο. […] Καθεμία από τις ιστορίες είναι ένας μικρός μύθος και ταυτόχρονα ένα σύντομο θεατρικό έργο.

Χόρχε Λουίς Μπόρχες

Ο Τσέστερτον έχει γράψει μια λεπτότατη παρωδία αστυνομικών μυθιστορημάτων κι όχι καθαυτό αστυνομικά μυθιστορήματα. […] Γι’ αυτό παρατηρείται μια διαφορά ύφους μεταξύ του περιεχομένου, δηλαδή της αστυνομικής πλοκής, και της μορφής και συνεπώς μια λεπτή ειρωνεία προς το πραγματευόμενο θέμα, που κάνει τα διηγήματα αυτά πιο νόστιμα.

Αντόνιο Γκράμσι

Κανένας άλλος συγγραφέας του 20ού αιώνα δεν έσκυψε όσο ο Τσέστερτον πάνω στο ψυχικό χάσμα που αφήνει στον άνθρωπο η ιδεολογία της Προόδου.

Λάκης Προγκίδης

Η αναστοχαστική λειτουργία του Οσβαλντ Σπένγκλερ

(Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών στις 29/11/2019)

Αναμφίβολα ο Οσβαλντ Σπένγκλερ στην «Παρακμή της Δύσης» είναι ένας στρυφνός στοχαστής(1). Στο βιβλίο του «Ο άνθρωπος και η τεχνική», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Μάγμα(2), ο στοχαστής συνδέει την επικράτηση της βιομηχανικής τεχνικής με τον αγώνα του σύγχρονου ανθρώπου ενάντια στη φύση και στο ίδιο του το πνεύμα. Ετσι, υπό μία έννοια, ενισχύει τη γενική του υπόθεση περί της παρακμής του δυτικού πολιτισμού.

Εδώ ο Σπένγκλερ καταφέρνει να τροφοδοτήσει τη νόηση(2) με ιδέες που για κάποιους –ενδεχομένως αρκετούς– ο σύγχρονος προοδευτικός και οπτιμιστής άνθρωπος οφείλει να αποβάλει ως παρωχημένες και «συντηρητικές» ή ως ιδεολογικά εμπόδια στη γραμμική –πάντως οπωσδήποτε ανοδική– πορεία της Προόδου. Κατά τη γνώμη μας, ο λόγος του Γερμανού, παρότι δύσπεπτος, καθίσταται ιδιαζόντως επίκαιρος και επιτελεί μια κριτική λειτουργία (αναστοχαστική)(3) που μας καλεί να εξετάσουμε με έναν περισσότερο μακροσκοπικό τρόπο πληθώρα νοημάτων, αντινομιών και βεβαιοτήτων.

Για τον Σπένγκλερ «η ιστορία είναι πολεμική ιστορία»(4), διότι ο άνθρωπος είναι αρπακτικό· και από τις αλληλοσυγκρούσεις των αρπακτικών γεννιέται ο Πόλεμος. Επομένως, ο Νόμος συνιστά απλά τέκνο της Ηττας: όταν ο ηττημένος εκμηδενιστεί, τότε, ανίσχυρος πλέον, αποδέχεται το δίκαιο του νικητή (ισχυρού), και αυτή η αποδοχή παγιώνει την κατάσταση Ειρήνης. Ως λογική επέκταση των παραπάνω οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι «η πολιτική δεν είναι παρά μια προσωρινή αντικατάσταση του πολέμου από έναν αγώνα με πιο εκλεπτυσμένα όπλα»(5).

Αυτό διαρκεί μέχρι να εξαντληθεί η διπλωματία (ο «πολιτικός» τρόπος επίλυσης) και να φουντώσει και πάλι ο πόλεμος, ώστε να προκύψουν νέες γενιές κατατροπωμένων που θα αποδεχτούν καινούργιους όρους υποταγής, νέα δικαιικά συστήματα (νόμους). Μάλιστα, «οι τεχνικές της διακυβέρνησης του πολέμου και της διπλωματίας έχουν την ίδια ρίζα και διαχρονικά μοιράζονται μια βαθιά εσωτερική συγγένεια. […] Υπάρχουν λαοί με ισχυρό φυλετικό στοιχείο […] ληστρικοί, κατακτητικοί, κυριαρχικοί, λάτρεις της μάχης ενάντια στον άνθρωπο, οι οποίοι αφήνουν την οικονομική μάχη απέναντι στη φύση σε άλλους λαούς, προκειμένου να τους λεηλατούν και να τους υποτάσσουν»(6).

Για τον Γερμανό φιλόσοφο, ο τεχνικός πολιτισμός παγίδεψε τον άνθρωπο σε ένα κλουβί αιχμαλωτίζοντας την ελεύθερη (αρπακτική) ψυχή του: ο δημιουργός κατέληξε σκλάβος της δημιουργίας του. Από αυτή την αιχμαλωσία ξεκινά ο ατομικισμός ως αντίθεση στην ψυχολογία των «μαζών», πράγμα που οδηγεί σε τάσεις εξέγερσης ώστε να αποφευχθεί η ψυχική και πνευματική ισοπέδωση στην οποία οδηγεί η αύξηση των πληθυσμών.

Σήμερα στη Δύση διανύουμε μια σχετικά μακρά ιστορική περίοδο αδιάλειπτης ειρήνης – σχεδόν έναν αιώνα χωρίς παγκόσμιο πόλεμο. Ωστόσο, ο παγκοσμιοποιημένος κόσμος μας φαίνεται να εισέρχεται σε μια φάση αναταραχών, κρίσεων και ανησυχητικών γεωπολιτικών εξελίξεων. Ο 21ος αιώνας παρουσιάζει μηδενιστικές τάσεις, ενώ ο πολιτισμός μας δείχνει σημάδια παρακμής.

Τα προβλήματα και οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι δυτικές κοινωνίες πληθαίνουν και διογκώνονται (μετανάστευση, ανεργία, τρομοκρατία, ισλαμισμός, ρύπανση, οικολογικά και ενεργειακά θέματα, ζητήματα βιοηθικής κ.ά.). Υπό αυτό το πρίσμα, οι σκέψεις του Σπένγκλερ, παρότι ακούγονται πεσιμιστικές ή ακόμη και αντιδραστικές, συνιστούν μια πλούσια παρακαταθήκη: όχι, ασφαλώς, για να εμπνευστούμε από την βαθιά αντιδημοκρατικότητα του Γερμανού στοχαστή, ούτε για να προβλέψουμε τη μελλοντική πορεία του εκάστοτε λαού· είναι πολύτιμες διότι μας βοηθούν να ερμηνεύσουμε το παρόν και να εξετάσουμε, με πραγματισμό και όσο το δυνατόν πιο συνολικά, τις συνέπειες της πορείας που ακολουθεί ο σύγχρονος άνθρωπος.

Μια πορεία που βασίζεται στη λογική του πολιτικά αδιάφορου ευδαιμονισμού, της κατανάλωσης υλικών αγαθών, του ακτιβιστικού φεστιβισμού, των πολιτικών ψευδο-διπόλων (όπως Αριστερά και Δεξιά), του γενικευμένου κομφορμισμού και κυρίως της υποταγής (θρησκευτικού/λατρευτικού τύπου) στην τεχνολογία και στην τεχνοεπιστήμη, δείχνει να ταυτίζεται με την παθητική αποδοχή ενός πεπρωμένου και να επιβεβαιώνει τη θεωρία περί «προγραμματισμένης» θνησιγένειας όλων των μορφών πολιτισμού.

Ομως η σπενγκλερική υπόθεση του αναπόδραστου και «σκοτεινού» ανθρώπινου πεπρωμένου μπορεί να γίνει πρόκληση δημοκρατικής αναγέννησης κατά της παρακμής. Είναι ίσως δευτερεύον να εξεταστεί η ακρίβεια τούτης της γερμανικής «ρομαντικής προφητείας». Αντιθέτως, αυτό που προέχει είναι να διερευνήσουμε τα περιθώρια μιας αναθεωρητικής βελτίωσης της ζωής και τις δυνατότητες που θα μπορούσαν να προσδώσουν στον σύγχρονο άνθρωπο η δημοκρατία και η ανθρωποκεντρική κοσμοθεώρηση που μας συγκληροδότησαν τα σπουδαία παραδείγματα της δημοκρατικής Αρχαίας Ελλάδας. Ολα αυτά μας καλεί σήμερα να εξετάσουμε με το σημαντικό έργο του ο Γερμανός στοχαστής, έστω άθελά του!

* Αρθρογραφεί στο respublica.gr

1. Οσβ. Σπένγκλερ, «Η παρακμή της Δύσης», μτφρ. Λ. Αναγνώστου, Αθήνα, Τυπωθήτω, 2003.
2. Σύμφωνα με τη Χάνα Αρεντ, στο «The Life of the Mind», η σκέψη (thinking) παράγεται μέσω της μνήμης, δηλαδή μέσω των ικανοτήτων του ανθρώπινου μυαλού να συσσωρεύει πληροφορίες, τις οποίες καλείται να επεξεργαστεί (νόησις) ώστε να οδηγηθεί στη δικαιοκρισία (judgment).
3. Για τον Immanuel Kant (στην «Κριτική της κριτικής δύναμης») η αναστοχαστική κριτική δύναμη έχει ως έργο να αναζητεί το καθολικό, όταν το επιμέρους και το ειδικό είναι (ή θεωρούνται) δεδομένα.
4. Οσβ. Σπένγκλερ, «Ο Ανθρωπος…», ό.π., σ. 70.
5. ό.π.
6. ό.π., σ. 70–71.