Λογοτεχνία και πολιτική στον Τζορτζ Όργουελ

Του Γιώργου Λαμπράκου (δημοσιευμένο στο bookpress.gr)

Ο αυτοχαρακτηρισμός του Όργουελ ως ενός «συντηρητικού αναρχικού» (anarchist Tory), τον οποίο αξιοποιεί ο Γάλλος θεωρητικός Ζαν-Κλωντ Μισεά για να συνοψίσει τη σκέψη του σπουδαίου Άγγλου πεζογράφου και δοκιμιογράφου, μοιάζει εκ πρώτης όψεως αντιφατικός. Πώς γίνεται να είναι κανείς και συντηρητικός και αναρχικός; Άραγε συντηρητικός δεν είναι σε γενικές γραμμές αυτός που θέλει να διατηρήσει αλώβητο το παρελθόν και τις αξίες του, επιδιώκοντας έτσι το αντίθετο από ό,τι ένας αναρχικός, που αξιώνει την πλήρη ρήξη με το παρελθόν και την καθιέρωση νέων, πρωτοπόρων αξιών; Κι όμως, όπως δείχνει ο Μισεά, αυτή η έκφραση έστεκε και στέκει ακόμα. Έχει άλλωστε χρησιμοποιηθεί κι από άλλους για άλλους: ας θυμηθώ πρόχειρα τον Ουμπέρτο Έκο να χαρακτηρίζει έτσι τον Πιτιγκρίλι στην Εισαγωγή του στην Κοκαΐνα, τον Μάκη Πανώριο να αποκαλεί έτσι τον Σάμιουελ Μπάτλερ στον Πρόλογο του Έρεβον, ενώ και σε μένα έχει φανεί χρήσιμη στην ερμηνεία συγγραφέων κατά τα άλλα διαφορετικών μεταξύ τους, όπως ο Κουτσί (βλ. Ο αναρχικός συντηρητισμός στον J.M. Coetzee, Book Press, 1/10/2014), ο Ουελμπέκ, που έχει μάλιστα αυτοχαρακτηριστεί «αναρχικός της δεξιάς», και ο Μπουκόβσκι.

Τρία αλληλοσυνδεόμενα δοκίμια συγκροτούν το βιβλίο του Μισεά: «Το νόημα της ελευθερίας, δηλαδή το νόημα της γλώσσας» (1984), «Το νόημα του παρελθόντος, δηλαδή το νόημα της ηθικής» (1995) και «Σχετικά με το 1984» (1996). Ο στόχος του είναι τριπλός: να αναδείξει την πρωτοτυπία, τη διορατικότητα αλλά και την ευγένεια της πολιτικής σκέψης του Όργουελ· να ανατιμήσει ένα έργο που το θεωρεί, τουλάχιστον στη Γαλλία, υποτιμημένο· να προβάλει ένα πρόταγμα ζωής και σκέψης που, με βάση το έργο του Όργουελ, να ανταποκρίνεται στις προκλήσεις που θέτει ο καπιταλισμός στον 21ο αιώνα. Σύμφωνα με τον Μισεά, ο Όργουελ υπήρξε εξαρχής πολέμιος του υπαρκτού σοσιαλισμού της εποχής του, σε αντίθεση με πολλούς συμπατριώτες του (και όχι μόνο) που έβλεπαν στη Σοβιετική Ένωση το προοδευτικότερο καθεστώς. Ήταν αριστεριστής σε σχεδόν όλη τη δεκαετία του 1930, συμμετέχοντας στον Ισπανικό Εμφύλιο και γράφοντας σχετικά μυθιστορήματα και άρθρα στα οποία αναδείκνυε τα προβλήματα (κατόπιν των εμπειριών και της βαθιάς ενσυναίσθησής του, όχι της θεωρητικής μελέτης, όπως τονίζει ωραία ο Μισεά) των λαϊκών τάξεων, εργαζόμενων και μη.

Ωστόσο, ένα γεγονός (το σύμφωνο μη επίθεσης της ναζιστικής Γερμανίας και της ΕΣΣΔ, Ρίμπεντροπ-Μολότοφ, 1939) στάθηκε καθοριστικής σημασίας ώστε να αποδεχτεί οριστικά την αξία της φιλελεύθερης, αστικής δημοκρατίας μπροστά στους δύο τρομακτικούς ολοκληρωτισμούς. Έκτοτε ο Όργουελ επέλεγε σταθερά τον ελεύθερο κόσμο και τις αξίες του, δηλώνοντας ρητά «πίστη και αφοσίωση» στην πατρίδα του, ενώ η κριτική στα δεινά των δυτικών κοινωνιών θα γίνεται πάντα με το σκεπτικό ότι αυτά μπορούν και πρέπει να αντιμετωπίζονται βαθμιαία, όχι επαναστατικά. Το μη χείρον βέλτιστον, αλλιώς το «μικρότερο κακό» (μια φράση που παραπέμπει σε άλλο βιβλίο του Μισεά), είναι η μόνη λύση μπροστά στα στρατόπεδα συγκέντρωσης/θανάτωσης και τα γκουλάγκ. Σύμφωνα με τον Μισεά, ο Όργουελ έδειξε πως «οι δημοκρατίες δεν συνιστούν το απόλυτο κακό που καταγγέλλει η αριστερή θεωρία»: υπάρχουν κάθε άλλο από αμελητέες «διαφορές βαθμού, έντασης ή ουσίας» που πρέπει να τονίζονται στις πολιτικές συζητήσεις. Όπως έγραψε ο Όργουελ σε μια επιστολή του το 1947, εάν το δίλημμα είναι Αμερική ή Ρωσία, «θα διάλεγα πάντοτε την Αμερική».

Ο Μισεά επιμένει στην οργουελική «common decency» (κοινή εντιμότητα/ευπρέπεια), σε μια ηθική ευαισθησία που περιλαμβάνει την έγνοια για τον άλλον, την καλοσύνη, τη φιλοφροσύνη – αυτά που για τον Όργουελ, ενώ συνιστούν γνωρίσματα των λαϊκών τάξεων, η αριστερά, στις περισσότερες εκδοχές της, διέβαλλε και διαβάλλει ως μικροαστικές τάσεις. Κι όταν μιλάμε για αριστερά, εννοούμε και τους διανοουμένους της: ο Μισεά επικρίνει τη δίψα τους για εξουσία, την εξεγερσιακότητα που πηγάζει από έλλειψη κοινωνικής αναγνώρισης και όχι από αυθεντικό ενδιαφέρον για τους προλετάριους για τους οποίους δήθεν κόπτονται, εντέλει την ιδεολογία τους που, όπως γράφει με ανατριχιαστική ευστοχία ο Όργουελ, «μπορεί να σας υποδείξει, την ίδια στιγμή, όχι μόνο σε ποιο άλογο πρέπει να ποντάρετε τα λεφτά σας αλλά και γιατί το συγκεκριμένο άλογο τελικά έχασε». Ο Όργουελ ανέλυσε την ξύλινη γλώσσα αυτής της ιδεολογίας (μιλά συγκεκριμένα για «μαρξιστικά αγγλικά») για να δείξει πώς μπορεί να οδηγήσει στον ολοκληρωτισμό, μα προπάντων το κατόρθωσε λογοτεχνικά με το 1984, όπου «ο Μεγάλος Αδερφός έχει το μουστάκι του Στάλιν» (Μισεά). Σε αυτό το σημείο ο Μισεά υπογραμμίζει την ανωτερότητα της λογοτεχνίας έναντι της θεωρίας, αφού «η λογοτεχνία επωφελείται από την ασάφεια και την πολυσημία των λέξεων προκειμένου να εκφράζει, στο μέτρο του δυνατού, τον κόσμο των πρωταρχικών αισθήσεων».

Με την common decency εξηγείται και ο συντηρητισμός του Όργουελ, που δεν σβήνει αξίες του παρελθόντος, αλλά πασχίζει να μπολιάσει το παρόν με τις καλύτερες από αυτές. Είναι μια κληρονομιά την οποία ο Μισεά μάς καλεί να αποδεχτούμε κριτικά, να εγκολπωθούμε για να μην ξεκινάμε πάντα από το μηδέν, καθώς ενέχει μια σοφία αιώνων που δεν πρέπει έτσι εύκολα να απορρίπτεται: η αλλαγή προς το καλύτερο είναι εφικτή από τα μέσα προς τα έξω, όχι ανάποδα. Για τον Μισεά, ο Όργουελ κατόρθωσε τρία σπουδαία πράγματα, και μάλιστα συγχρόνως: να είναι υπερασπιστής της ελευθερίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (πολέμιος του ολοκληρωτισμού), να είναι ένας αισιόδοξος ριζοσπάστης σοσιαλιστής (να μην πιστεύει στον ιστορικό ντετερμινισμό), και να είναι ένας συντηρητικός συγγραφέας (να αποδοκιμάζει την εξάλειψη του παρελθόντος). Αυτά φαίνεται να πρεσβεύει και ο ίδιος, διακατεχόμενος από έναν «γενναιόδωρο θυμό» (όπως έγραψε ο Όργουελ για τον Ντίκενς), όχι από μίσος ή μνησικακία, για τον σύγχρονο κόσμο με τις ασχήμιες και τις αδικίες του. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Άγγλος συγγραφέας εκτιμούσε τον Καμί και απεχθανόταν τον Σαρτρ, ο δε σκεπτικισμός του, που πήγαζε από την επίγνωση του πόσο σύνθετα είναι τα ανθρώπινα, τον έκανε να αποφεύγει τον αντιληπτικό αυτοματισμό πολλών διανοουμένων κι έτσι να «μην αποπειράται ποτέ να εκφέρει κάποια απλή κι οριστική κρίση για τον σύγχρονο κόσμο – είτε θετική είτε αρνητική». Τέλος, θεωρώ πως ο οργουελικός «αναρχισμός» είναι λιγότερο πολιτικός (λόγου χάρη, δεν αντιτίθεται στο κράτος) και περισσότερο λογοτεχνικός: είναι ουσιαστικά ο δημιουργικός ατομικισμός κάθε συγγραφέα, αυτό που ο Τζορτζ Στάινερ λέει για κάθε μεγάλο λογοτέχνη ότι είναι μαζί «αναρχικός και αρχιτέκτονας».

Ο Μισεά βάλλει κατά της αριστεράς από μια ελευθεριακή προοπτική εμποτισμένη όμως και με συντηρητικά στοιχεία. Στον δε σύγχρονο κόσμο της σόουμπιζ, της διαφήμισης, του θεάματος και των «επιταγών της παγκόσμιας αγοράς» βλέπει ορθά μια νέα σωματική και ψυχονοητική υποδούλωση των πολιτών με άλλα, πιο αστραφτερά, μέσα. Κάποιες θέσεις, ωστόσο, εγείρουν ερωτήματα. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ακραιφνής σχετικιστής προκειμένου να αναρωτηθεί για το κατά πόσο ο ηθικός κώδικας που ο Όργουελ διαβλέπει στις λαϊκές τάξεις, και τον οποίο ο Μισεά συμμερίζεται ως νοοτροπία και συμπεριφορά, είναι τόσο ενιαίος όσο παρουσιάζεται. Στην πράξη οι άνθρωποι, όχι μόνο διαφορετικών θρησκειών ή τάξεων ή φυλών, αλλά ακόμα και όσοι είναι αναθρεμμένοι με τα ίδια αξιακά πρότυπα, πολύ συχνά ακολουθούν διαφορετικούς ηθικούς κώδικες. Είναι δε δυνατόν η common decency να περιορίζεται στις λαϊκές τάξεις; Οι υπόλοιπες είναι εξ ορισμού αποκλεισμένες;

Συνάμα, είναι ο ηθικός κώδικας της common decency –που στα δικά μου μάτια φαντάζει επιθυμητός– έμφυτος ή επίκτητος; Ο Μισεά, ακολουθώντας τον Όργουελ, αφήνει το ερώτημα μετέωρο: αποφεύγοντας τη συζήτηση περί έμφυτου ή μη, μιλά πότε για «υπαρκτή προδιάθεση» και πότε για «στοιχειώδη ανθρώπινα συναισθήματα» (βλ. 1984). Όμως και το μίσος και ο φθόνος και το αίσθημα του σκληρού ανταγωνισμού για την επιβίωση και την ασφάλεια είναι «στοιχειώδη ανθρώπινα συναισθήματα», όσο κι αν μας δεν μας αρέσουν (στους άλλους…). Αυτά είναι φιλοσοφικά και ανθρωπολογικά ερωτήματα τα οποία ο Μισεά κληρονομεί από τον Όργουελ και στα οποία δεν εμβαθύνει. Πολύ φοβάμαι πως ο «κυνικός Μπέρναμ», τον οποίο ο Όργουελ σχολιάζει επικριτικά, έπεσε διάνα στο πώς εξελίχτηκε ο κόσμος μετά τη δεκαετία του 1940. Είναι σεβαστή, ακόμα και συγκινητική, η αισιόδοξη πίστη του Όργουελ στο καλό που έχει μέσα του ο άνθρωπος, αλλά είναι αδύνατο να αγνοήσουμε τη «σκοτεινή» πλευρά του. Εάν το κάνουμε, τότε η παγκόσμια ιστορία μοιάζει με ένα γιγάντιο λάθος.

Το βιβλίο του Μισεά για τον Όργουελ είναι ένα δυνατό δοκιμιακό έργο 150 σελίδων το οποίο δεν κουράζει τον αναγνώστη με υπέρμετρες πληροφορίες και σημειώσεις, ούτε καταφεύγει στη γνωστή στομφώδη θεωρητικολογία πολλών συναδέλφων του. Είναι ένα κείμενο θαρραλέο, αιχμηρό και επίκαιρο – όπως ακριβώς η λογοτεχνία και η σκέψη του συγγραφέα στον οποίο είναι αφιερωμένο.

* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΑΜΠΡΑΚΟΣ είναι συγγραφέας και μεταφραστής.

Τελευταίο του βιβλίο, το  λογοτεχνικό δοκίμιο «Τσαρλς Μπουκόβσκι – Ο κυνικός Κυνικός (εκδ. Γαβριηλίδης).


Απόσπασμα από το βιβλίο

«Η ανάγκη να εγκολπωθούμε έναν ορισμένο “συντηρητισμό”, την οποία τόσο συχνά νιώθει ο Όργουελ, προκύπτει ακριβώς από τούτη την έγνοια του να προστατέψει την παραδοσιακή φιλοφροσύνη και γλώσσα από τις συνέπειες της ταξικής κυριαρχίας. Διότι, όσο συνεχίζουμε ν’ ακολουθούμε την αποκαλυψιακή παράδοση που εγκαινίασαν ο Ευαγγελιστής Ιωάννης κι ο Ιερός Αυγουστίνος, εξυμνώντας την έλευση του “νέου ανθρώπου” και κηρύττοντας τη δήθεν διαρκή ανάγκη για “ολική υπέρβαση του παρελθόντος”, δε θα μπορέσουμε ποτέ όχι μόνο να πραγματώσουμε αλλά ούτε καν να συλλάβουμε με τη σκέψη μας πώς θα μπορούσε να είναι μια κοινωνία αξιοπρέπειας. Στην πραγματικότητα, ο μόνος τρόπος για “ν’ αλλάξουμε τη ζωή” είναι ν’ αποδεχτούμε πως χρειάζεται να στηριχθούμε σε μια τεράστια ανθρωπολογική, ηθική και γλωσσική κληρονομιά, της οποίας ακριβώς η παράβλεψη ή η συνειδητή απόρριψη οδήγησε τους “επαναστάτες” διανοούμενους στην οικοδόμηση των πιο διεστραμμένων και αποπνικτικών πολιτικών συστημάτων».

Φρανκ Νταμούρ Μακάριοι οι θνητοί, γιατί είναι ακόμη ζωντανοί

Φρανκ Νταμούρ

Μακάριοι οι θνητοί, γιατί είναι ακόμη ζωντανοί. 13 επιστολές στους ιδρυτές της Google.

Μετάφραση: Νίκος Ν. Μάλλιαρης

Πρόλογος: Σαν-Κλωντ Γκιγιεμπό

Ιούνιος 2018

σελ. 150

ISBN: 978-618-83523-2-2

 

«Σκοτώστε τον θάνατο!», με τούτο το σύνθημα δίνουν την κατευθυντήρια γραμμή από τη Silicon Valley οι δισεκατομμυριούχοι κήρυκες της αθανασίας. Μεταξύ αυτών κι οι δύο συνιδρυτές της Google, στους οποίους και απευθύνονται οι ανοιχτές επιστολές του Φρανκ Νταμούρ. Για τον συγγραφέα η μάχη ενάντια στη θνητότητα ακολουθεί πιστά τη λογική του σημερινού κόσμου, όπου ό,τι είναι τεχνολογικά δυνατό θα πρέπει αβίαστα και να υλοποιείται. Ο Νταμούρ αποδομεί το ιδεολόγημα της κατάκτησης της αθανασίας, δείχνοντας πως ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα καταργούσε όχι μόνο τα γηρατειά, αλλά και την ίδια την νεότητα, η οποία θα έχανε το νόημά της δίχως τον φόβο του γήρατος. Στην ουσία θα καταργούσε τις γενιές, αφήνοντας χώρο μόνο για μια ζωή αφιερωμένη στην αέναη κατανάλωση εμπορευμάτων όσο κι εμπειριών.

 

«Πώς θα ήταν ένας κόσμος αθάνατων; Θα ήταν ένας κόσμος εντός του οποίου θα ζούσαμε πάντοτε μαζί με τους ίδιους ανθρώπους. Και σε πλήρη αντίθεση με το φαντασιακό της προόδου και της καινοτομίας –το οποίο κατά τα άλλα επαίρεστε πως σας διαπνέει εκεί στη Google– θα επρόκειτο για έναν κόσμο κοκαλωμένο κι ακίνητο! Ας προσπαθήσουμε για μια στιγμή να φανταστούμε πώς θα ήταν η πραγματωμένη αθανασία. Είναι βέβαιο πως, αν ο Μότσαρτ ήταν αθάνατος, δεν θα είχε ποτέ του συνθέσει ούτε τον Ντον Τζιοβάνι ούτε –κυρίως– το Ρέκβιεμ. Θα ‘χε σάμπως νιώσει ποτέ ένας αθάνατος Ρεμπώ την ανάγκη να γράψει Μια εποχή στην κόλαση; Δίχως το φάσμα του θανάτου κανένας τους δεν θα εξελισσόταν σε ιδιοφυΐα».

Φρανκ Νταμούρ

Ζαν-Κλωντ Μισεά – Τζορτζ Όργουελ, ένας συντηρητικός αναρχικός – Σχετικά με το 1984

Ζαν-Κλωντ Μισεά

Τζορτζ Όργουελ, ένας συντηρητικός αναρχικός – Σχετικά με το 1984

Μετάφραση: Νίκος Ν. Μάλλιαρης

Μάρτιος 2018

σελ. 160

ISBN: 978-618-83523-1-5

 

Στα κείμενα του παρόντος βιβλίου ο Ζ.-Κ. Μισεά καταπιάνεται με το διανοητικό πορτραίτο του Τζορτζ Όργουελ και την κληρονομιά που μας αφήνει στον χώρο των ιδεών. Ο Μισεά συνδυάζει την ανάλυση της σαγήνης που ασκούν τα ολοκληρωτικά καθεστώτα στους διανοούμενους με την παρουσίαση της ηθικής του δημοκρατικού σοσιαλισμού, συζητώντας παράλληλα τις έννοιες του πατριωτισμού και της common decency, τις οποίες υπερασπιζόταν στον δοκιμιακό του λόγο ο σπουδαίος Άγγλος συγγραφέας.

Ο Μισεά υποστηρίζει ότι είναι δυνατόν ένας από τους διαυγέστερους αναλυτές του ολοκληρωτισμού να παραμένει ταυτόχρονα και ανυποχώρητος πολέμιος της καπιταλιστικής τάξης πραγμάτων· ότι μπορεί να υπερασπίζεται σθεναρά την ισότητα δίχως, παρ’ όλα αυτά, να συμμερίζεται τις «προοδευτικές» και «εκσυγχρονιστικές» ψευδαισθήσεις εν ονόματι των οποίων εδραιώνεται πλέον η παρακμή αυτού του κόσμου.

 

«Απαραίτητη προϋπόθεση για ν’ ασκήσουμε σήμερα ριζική κριτική στην καπιταλιστική νεωτερικότητα και για ν’ αντισταθούμε στις μορφές συνθετικής ζωής που προσπαθεί να μας επιβάλει, είναι να ασπαστούμε, δίχως ενοχές, μια ορισμένη δόση κριτικού συντηρητισμού. Αυτό είναι, σε κάθε περίπτωση, το μήνυμα του Όργουελ. Κι εναπόκειται σ’ εμάς να δώσουμε στον “συντηρητικό αναρχισμό” του τη φιλοσοφική θέση που του αρμόζει εντός των ποικίλων αγώνων της όποιας νέας Αντίστασης».

Ζ.-Κ. Μισεά

Η τυφλή πίστη στην τεχνολογία είναι μια πολιτική πίστη

Συνέντευξη του Φρανκ Νταμούρ στον Τάσο Τσακίρογλου για την Εφημερίδα των Συντακτών

Δοκιμιογράφος και αρχισυντάκτης της επιθεώρησης Nunc ο Φρανκ Νταμούρ απαντά (ερήμην) με φιλοσοφικά, κοινωνικά και πολιτικά επιχειρήματα στην εν πολλοίς παρανοϊκή επιδίωξη ορισμένων υπερπλούσιων (και όχι μόνο) να νικήσουν τον θάνατο και να καταστούν αθάνατοι, ένα είδος θεού. Η κριτική στην τεχνολογία μετατρέπεται σε κριτική της πολιτικής και της οικονομίας, αλλά και σε ανθρωπολογική ανάλυση της αλλοτρίωσης της εποχής μας.

Συνέντευξη

● Απευθύνατε δεκατρείς επιστολές στους ιδρυτές της Google, Λάρι Πέιτζ και Σεργκέι Μπριν, σε μια προσπάθεια να αντικρούσετε τα επιχειρήματά τους σχετικά με τον ιμορταλισμό (immortalism)[1]. Ποια είναι εν συντομία η θέση τους;

Οι ιδρυτές της Google καλλιεργούν μια τεχνολογική σχέση με τον κόσμο. Γι’ αυτούς, τα πάντα λειτουργούν σαν μια μηχανή: εάν λειτουργεί λιγότερο καλά ή εάν δεν λειτουργεί πλέον, σημαίνει ότι υπάρχει μια βλάβη, μια απλή βλάβη. Υπάρχει ένα τεχνικό ελάττωμα, το οποίο απαιτεί μια τεχνική λύση. Αυτό συμβαίνει με τους υπολογιστές, τα κοινωνικά προβλήματα και τη ζωή γενικότερα.

Ο θάνατος γι’ αυτούς αποτελεί ένα τεχνικό πρόβλημα, ένα ελάττωμα που μας κληροδότησε η εξέλιξη. Το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να λύσουμε το πρόβλημα του θανάτου. Ιδρύοντας την εταιρεία τους, την Calico, επιδιώκουν να βρουν μια τεχνική λύση για τον θάνατο. Οπως και ένας αυξανόμενος αριθμός ανθρώπων που δραστηριοποιούνται στη βιοτεχνολογία, οι Πέιτζ και Μπριν θεωρούν τα γηρατειά ασθένεια. Με την Calico θέλουν να σταματήσουν τον μηχανισμό αυτής της «ασθένειας» και ελπίζουν να αποφύγουν τον ενοχλητικό θάνατο.

● Στο βιβλίο σας, τάσσεστε υπέρ της θνητότητας των ανθρώπων, επειδή αυτή αποτελεί ένα αναπόσπαστο μέρος της φύσης μας και της αυτοσυνείδησής μας. Μας το εξηγείτε;

Ο θάνατος δεν είναι ένα τεχνικό πρόβλημα. Ακόμα και εάν εμφανίστηκε τυχαία στη διάρκεια της εξέλιξης, αποτελεί πλέον μέρος της ύπαρξής μας στον κόσμο, αποτελεί συστατικό της ανθρώπινης κατάστασής μας. Το να καταργήσουμε τον θάνατο σημαίνει να αποκηρύξουμε την ανθρωπινότητά μας. Στην πραγματικότητα, ολόκληρη η φιλοσοφία, οι τέχνες, η ποίηση και η ζωγραφική δεν έχουν πάψει στιγμή να μας θυμίζουν αυτό το γεγονός. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο θάνατος είναι ένα φυσικό γεγονός, μια ανυπέρβλητη μοίρα: φυσικά, ο άνθρωπος πάντα εξεγειρόταν κατά του θανάτου και αυτή η εξέγερση αποτελεί το κίνητρο του πολιτισμού, του χορού και του έρωτά μας. Είναι επίσης αυτό που μας κάνει να τεκνοποιούμε.

Υπάρχει μια αντίφαση: το να είσαι άνθρωπος σημαίνει να έχεις σαν ορίζοντα τον θάνατο και, την ίδια στιγμή, να αρνείσαι τον θάνατο. Αυτή η αντίφαση αποτελεί την εξίσωση της ανθρώπινης ζωής! Αυτή η θνητότητα ενώνει όλους τους ανθρώπους με τον πιο ουσιαστικό και αυθεντικό τρόπο.

● Η τυφλή πίστη στις δυνατότητες της τεχνολογίας οδηγεί στην ανορθολογική θέση πως ό,τι είναι τεχνικά δυνατό να γίνει πρέπει να υλοποιηθεί. Τι λέτε γι’ αυτό;

Αυτή είναι μια πολιτική πίστη. Προέρχεται από μια αμφιβολία σχετικά με την ικανότητα της πολιτικής να αναλάβει την ευθύνη των ανθρώπινων κοινωνιών. Αυτή η ιδέα δεν είναι εντελώς καινούργια. Στο παρελθόν, κάποιοι θεωρούσαν ότι ο μαρξισμός-λενινισμός είναι μια αξεπέραστη επιστήμη ή ότι η κοινωνιολογία του Ογκίστ Κοντ είναι ο καλύτερος τρόπος διακυβέρνησης των κοινωνιών. Αυτές οι ιδέες προέρχονται από τον 19ο αιώνα και διέτρεξαν όλο τον κόσμο κατά τη διάρκεια του 20ού.

Σήμερα, η διαφορά είναι ότι αυτή η πίστη εμφανίζεται χωρίς το λούστρο της, χωρίς άλλη ιδεολογία εκτός από εκείνη των «τεχνολογικών λύσεων». Η διακυβέρνηση των ανθρώπων έχει αντικατασταθεί από τη διακυβέρνηση των αριθμών. Φυσικά, αυτό αποτελεί μια ψευδαίσθηση, επειδή η τεχνολογία υπόκειται σε λάθη, όπως και κάθε άλλο ανθρώπινο εγχείρημα: τη βλέπουμε τέλεια επειδή θέλουμε να τη δούμε έτσι. Αυτό όμως είναι τραγικό γιατί, πιστεύοντας ότι αποδίδουμε τιμή στην ανθρώπινη ευφυΐα, απλώς τη δυσφημούμε. Το θέμα είναι να εντοπίσουμε τη ρίζα αυτής της πίστης.

● Υπονοείτε ότι πίσω από το κυνήγι της αθανασίας βρίσκεται η αλαζονεία των πλουσίων, οι οποίοι πιθανώς με αυτόν τον τρόπο θέλουν να ξεχωρίσουν από τους κοινούς θνητούς. Εχει αυτή η επιδίωξη κάποιο ταξικό υπόβαθρο;

Πιθανώς… είναι αλήθεια ότι ο Λάρι Πέιτζ και ο Σεργκέι Μπριν δεν είναι μόνοι τους: ανάμεσα στους οπαδούς της αθανασίας συναντάμε συχνά δισεκατομμυριούχους του τεχνολογικού κλάδου, οι οποίοι συχνά κάθονται πάνω σε πρόσφατα αποκτημένες περιουσίες. Εχουν γίνει απίστευτα πλούσιοι και απλώς προσπαθούν να θέσουν το βιολογικό τους σώμα στο επίπεδο της περιουσίας τους!

Την ίδια ώρα, μπορείτε να βρείτε υπερασπιστές της αθανασίας που δεν ανήκουν με κανέναν τρόπο σ’ αυτήν την κοινωνική τάξη. Για παράδειγμα, οι οπαδοί της κρυονικής[2] προέρχονται κυρίως από τη μεσαία τάξη και έχουν αναπτύξει μια σχετικά φτηνή τεχνική. Οι ακτιβιστές του διανθρωπισμού (transhumanist militants)[3], των οποίων κοινός τόπος είναι η μάχη κατά του θανάτου, συνήθως δεν είναι δισεκατομμυριούχοι της τεχνολογίας. Το αντίθετο! Ετσι, δεν μπορούμε να πούμε ότι είναι μια ιδεολογία που συνδέεται με την ταξική πάλη.

● Η λεγόμενη «βελτίωση» του ανθρώπινου είδους μέσω γενετικών και τεχνολογικών παρεμβάσεων έχει αναπαρασταθεί στη λογοτεχνία και στον κινηματογράφο μέσω αρκετών καλλιτεχνικών έργων δυστοπικού χαρακτήρα. Σε ποιον βαθμό αποτελεί αυτή η εργαλειοποίηση του ανθρώπινου σώματος χαρακτηριστικό ενός αρπακτικού τρόπου παραγωγής και κατανάλωσης όπως ο καπιταλισμός;

Ο βιοκαπιταλισμός είναι ενδεχομένως ένα νέο στάδιο σε μια μακρά διαδικασία. Ο καπιταλισμός βλέπει τον κόσμο σαν μια πηγή πόρων που μπορούν να αρπαχτούν, να πωληθούν και να αποφέρουν κέρδη. Το ανθρώπινο σώμα είναι μια νέα περιοχή προς εκμετάλλευση, όχι μόνο ως εργατική δύναμη, αλλά επίσης και ως υλικό. Αυτό το υλικό έχει ένα χαρακτηριστικό: είναι άπειρο, η ροή της ζωής δεν σταματά ποτέ! Μπορούμε άρα να κερδοσκοπούμε επ’ άπειρον…

Ομως η υπόσχεση για τον «βελτιωμένο» άνθρωπο είναι επίσης πλούσια σε κερδοσκοπία, επειδή είναι… υπόσχεση. Η τεχνοεπιστήμη και ο καπιταλισμός που τη χρηματοδοτεί ζουν με διαρκώς ανανεούμενες υποσχέσεις και δεν τους πειράζει εάν αυτές δεν εκπληρώνονται. Αυτές οι υποσχέσεις φέρνουν κεφάλαια, τα οποία πάνε και έρχονται.

● Πώς θα ήταν μια κοινωνία με αθάνατους ανθρώπους και ποιες θα ήταν οι συνέπειες για τον πλανήτη, δεδομένης της σοβαρής απειλής από την κλιματική αλλαγή;

Φυσικά, μια κοινωνία αθανάτων είναι καθαρή φαντασία. Η Γη δεν θα επιβίωνε, επειδή το τεχνικό κόστος για την επιβίωση κάποιων ελίτ θα ήταν δυσθεώρητο. Ομως, πάνω απ’ όλα, μια τέτοια κοινωνία είναι κάτι απραγματοποίητο: δεν θα επιβίωνε, γιατί μια τέτοια κοινωνία δεν θα τεκνοποιούσε πλέον. Πράγματι, γιατί να θέλει ένας αθάνατος να κάνει παιδιά; Και πώς θα ήταν ένας κόσμος χωρίς παιδιά; Θα ήταν ένας κόσμος ακίνητος και κατοικούμενος από όμοιες υπάρξεις. Ενας κόσμος χωρίς παιδιά θα ήταν μια ακίνητη κόλαση.

[1]  Ιμορταλισμός: Η ιδεολογία που βασίζεται στην επιδίωξη της αποφυγής του θανάτου και της διατήρησης της φυσικής ύπαρξης.
[2]  Η κρυονική επιστήμη υπόσχεται πως ένας πρόσφατα αποβιώσας οργανισμός μπορεί, εφόσον ψυχθεί στην κατάλληλη θερμοκρασία, να επανέλθει αργότερα στη ζωή, με την προϋπόθεση φυσικά ότι η επιστήμη θα έχει προχωρήσει αρκετά για να επιτρέπει κάτι τέτοιο.
[3]  Διανθρωπισμός (transhumanism): Η πίστη ότι το ανθρώπινο γένος μπορεί να εξελιχθεί πέραν των σημερινών φυσικών και πνευματικών του περιορισμών, κυρίως μέσω της τεχνολογίας και της επιστήμης.

Τα «παιδιά» της γκουγκλ και η φαντασίωση της αθανασίας

Του Σωτήρη Βανδώρου (δημοσιευμένο στο bookpress.gr)

Είτε το πιστεύετε είτε όχι, υπάρχουν άνθρωποι που αρνούνται να αποδεχθούν ότι ο θάνατος είναι η μοιραία κι αναπόφευκτη κατάληξη όλων μας. Και δεν εννοώ, βέβαια, τις παραλλαγές της θρησκευτικής πίστης, είτε αφορούν την ανάσταση νεκρών είτε τη μετενσάρκωση κ.ο.κ. Άλλωστε, όλες τους κηρύσσουν τη μετά θάνατον ζωή. Όχι, αναφέρομαι σε εκείνους οι οποίοι αντιμετωπίζουν το θάνατο ως ατύχημα, κατασκευαστική ατέλεια, ασθένεια, ως κάτι τέλος πάντων που δύναται και πρέπει να διορθωθεί. Και δεν κάθονται με σταυρωμένα χέρια. Δίνουν δισεκατομμύρια δολάρια προκειμένου οι σχετικές επιστημονικές (;) έρευνες να προκαλέσουν χειροπιαστά αποτελέσματα, επιφέροντας αρχικά παράταση της ζωής για δεκάδες ή κι εκατοντάδες χρόνια με την παύση ή αναστροφή της γήρανσης. Ορισμένοι, μάλιστα, εκτιμούν ότι με την εκθετική πρόοδο της Ιατρικής και της βιοτεχνολογίας και τους τεράστιους πόρους που διοχετεύονται στο εγχείρημα αυτοί οι Μαθουσάλες πρέπει να έχουν ήδη γεννηθεί. Και κάποια στιγμή σε ένα όχι και τόσο μακρινό μέλλον ελπίζουν ότι θα μπορούν βασίμως να αναφωνήσουν ότι το μότο τους έχει γίνει πραγματικότητα: «ο θάνατος θανατώθηκε»!

Θα αναρωτιέστε ορισμένοι ποιοι είναι αυτοί οι τρελοί για δέσιμο και γιατί πρέπει να ασχολούμαστε με δαύτους. Ο Φρανκ Νταμούρ, δημοσιογράφος (αλλά και διδάσκων στο Καθολικό Πανεπιστήμιο της Λιλ), αναλαμβάνει να μας τους παρουσιάσει, να μας εξηγήσει κάπως καλύτερα τα τι και τα πώς αυτού του πρότζεκτ, αλλά και να προβεί σε μια κατεδαφιστική κριτική. Το σύντομο, ευθύβολο και πολεμικό δοκίμιό του έχει τη μορφή δεκατριών επιστολών που απευθύνονται στους ιδρυτές της Google Λάρι Πέιτζ και Σεργκέι Μπριν. Οι μεγιστάνες του κολοσσού της διαδικτυακής τεχνολογίας έχουν, βλέπετε, και άλλα ενδιαφέροντα, όντας ιδρυτές και της Calico, του βασικού βραχίονα διά του οποίου ευελπιστούν ότι θα επιτευχθούν ορόσημα στην καταπολέμηση του θανάτου μέχρι την τελική του κατατρόπωση. Εντάξει, θα πείτε. Έχοντας λύσει τα βιοποριστικά τους ζητήματα κι έχοντας ίσως μπουχτίσει από το γεγονός πως ό,τι αγαθό επιθυμούν μπορούν να το αποκτήσουν, τη βρίσκουν με το να σπαταλάνε τα δις τους σε κάτι το άπιαστο. Ίσως να διακατέχονται από μια φαντασίωση παντοδυναμίας και να έχουν την ψευδαίσθηση ότι τα πάντα είναι δυνατά με το χρήμα. Και πάλι, τι μας κόφτει;

Ο Νταμούρ μετράει τα λόγια του όταν λέει ότι, παρά το γεγονός ότι η μεγάλη πλειονότητα των επιστημόνων περιγελούν την ιδέα να κατακτήσει ο άνθρωπος την αθανασία, αφήνει ελάχιστες, έστω, πιθανότητες κάτι τέτοιο να πραγματοποιηθεί κάποτε. Εξάλλου, πολλά από τα ανθρώπινα επιτεύγματα σε παλαιότερες εποχές θεωρούνταν απλώς αδιανόητα. Όμως, κι εδώ τα πράγματα αρχίζουν να αποκτούν μεγαλύτερο ενδιαφέρον, ισχυρίζεται ότι ακόμη κι αν είναι καταδικασμένη σε αποτυχία μια τέτοια επιδίωξη, και μόνον το γεγονός ότι έχει τεθεί σε εφαρμογή είναι προβληματικό, διότι παράγει απτά αποτελέσματα.

makarioi2Ο συγγραφέας, περισσότερο διστακτικά απ’ όσο θα μπορούσε, συνδέει το κυνήγι της αθανασίας με τις εμπειρίες της ευγονικής. Μπορεί σήμερα η λέξη να είναι κακόσημη λόγω της σύναψής της με τις θηριωδίες των ναζί, αλλά δεν πρέπει να λησμονούμε ότι, αν και προφανώς όχι τόσο εγκληματικά, προγράμματα ευγονικής εφαρμόστηκαν και σε φιλελεύθερες και δημοκρατικές χώρες, όπως η Σουηδία και οι ΗΠΑ. Ο αντίλογος των «ιμμορταλιστών» (από το immortal, δηλαδή αθάνατος) είναι ότι κατά το δικό τους «όραμα» οι πρόοδοι που θα επιτυγχάνονται στην παράταση της ανθρώπινης ζωής δεν θα επιβάλλονται καταναγκαστικά από κάποιο κράτος. Θα επαφίεται στην ελεύθερη επιλογή του καθενός εάν και πόσο θα κάνει χρήση των δυνατοτήτων που θα του παρέχονται. Αυτό, βέβαια, παραπέμπει κατευθείαν στη λεγόμενη «φιλελεύθερη» ευγονική που αποκτά (περισσότερο θεωρητικά ακόμη, παρά πρακτικά) υπόσταση από τα τέλη του 20ου αιώνα και δώθε και η οποία θέτει εξίσου σημαντικά βιοηθικά ζητήματα ώστε ακόμη και κατεξοχήν φιλελεύθεροι στοχαστές όπως ο Φράνσις Φουκουγιάμα να την αντιμετωπίζουν άκρως επικριτικά.

Εν πάση περιπτώσει, προς χάριν της συζήτησης, ας υποθέσουμε ότι είναι εφικτή η κατάκτηση της αθανασίας (ποτέ βέβαια δεν θα είναι εγγυημένη: ακόμη κι αν το γήρας και η αρρώστια μπορούν να αντιμετωπίζονται εσαεί, το ατύχημα ή ο φόνος καραδοκούν). Ποιο είναι το πρόβλημα; Το κεντρικό επιχείρημα του Νταμούρ, γύρω από το οποίο εξειδικεύεται ολόκληρη η επιχειρηματολογία του είναι ότι θεμελιακή κι απαραμείωτη διάσταση της ανθρώπινης συνθήκης είναι η θνητότητα. Η προσβολή της –ακόμη και μόνο διά της προσπάθειας άρσης ή υπέρβασής της– συνιστά αναπόφευκτα μια εκ βάθρων διατάραξη της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο πραγματικός και συμβολικός ορίζοντας του θανάτου μας (ο προσωπικός μας και των άλλων) μας κάνει αυτό που είμαστε. Είναι η τραγική γνώση του αναπόφευκτου τέλους που μας κάνει να πονάμε, αλλά ταυτόχρονα μας δίνει τη δυνατότητα να βιώσουμε πολύτιμες στιγμές ευτυχίας. Μας δίνει κίνητρα να αγωνιστούμε, να αναλάβουμε την ευθύνη των πράξεών μας, να κυνηγήσουμε τις επιθυμίες μας, να ρισκάρουμε, να δημιουργήσουμε πολιτισμό. Ο θάνατος, όσο αποτελεί τη μοναδική βεβαιότητα, συνιστά και την κοινή μας μοίρα. Είναι επομένως αυτός που μας επιτρέπει να αναπτύξουμε ταυτοτικούς δεσμούς, να αισθανθούμε αλληλέγγυοι με άλλους ανθρώπους, να νοηματοδοτήσουμε το δικό μας βίο με βίους που έχουν προηγηθεί και βίους που θα ακολουθήσουν. Είμαστε τέκνα και τεκνοποιούμε κι αισθανόμαστε έτσι ότι αποτελούμε τον κρίκο μιας αλυσίδας γενεών – μετέχουμε σε κάτι που προηγείται κι έπεται της φθαρτής και περιορισμένης μας ζωής. Αντιλαμβανόμενοι την περατότητά μας ονειρευόμαστε το άπειρο κι αναλογιζόμαστε το επέκεινα.

makarioi1Όλα τούτα γίνονται κομμάτια και θρύψαλα εάν αισθανόμαστε απρόσβλητοι απ’ το θάνατο, υποστηρίζει ο Νταμούρ. Κι επισημαίνει πειστικά ότι τουλάχιστον στο σκεπτικό των ιμμορταλιστών (στους οποίους πέραν από τα Google’s boys εντάσσονται ουκ ολίγοι από τους ζάμπλουτους καλιφορνέζους επιχειρηματίες της πληροφορικής και της τεχνολογίας) η «δολοφονία του θανάτου» συνάπτεται εν τέλει με μια ρηχή ιδεολογία που αποθεώνει τη ζωή ως μια ατελείωτη συσσώρευση καταναλωτικών αγαθών κι εμπειριών του αυτόνομου ατόμου. Βεβαίως, εδώ η αυτονομία δεν γίνεται κατανοητή με την αρχαιοελληνική σημασία της αυτοκυβερνώμενης πολιτείας και των αρετών του πολίτη, αλλά του κατά μόνας ατόμου το οποίο αισθάνεται αύταρκες και το οποίο δεν αναγνωρίζει χρέος προς κανέναν, αξιώνοντας αντίθετα να αφεθεί απερίσπαστο στην απόλαυση της ελευθερίας και των επιλογών του. Καθίσταται όμως έτσι ανέστιο σε έναν κόσμο τον οποίο δεν μοιράζεται πια με ομοίους του και στον οποίο η γεναλογική διαδοχή καθίσταται άνευ νοήματος. Αναρωτιέται δηκτικά ο Νταμούρ: ένας «αθάνατος» γιατί να κάνει παιδιά και τι σημασία θα έχει η χρονική διαφορά μεταξύ τους σε μια κατάσταση κατά την οποία η κλεψύδρα του χρόνου έχει ακινητοποιηθεί; Μήπως πιο εύλογα θα θεωρήσει τυχόν απογόνους του ως ανταγωνιστές του στο διαμοιρασμό των πόρων;

Μολονότι συντάσσομαι αναφανδόν με τον συγγραφέα, δεν μπορώ να αποφύγω ένα προβοκατόρικο ερώτημα. Κατά τα καθιερωμένα, αναφέρεται σε ανθρώπινη συνθήκη (ή κατάσταση) την οποία αντιδιαστείλουμε προς την ανθρώπινη φύση (όπως κάναμε πολύ παλαιότερα) προκειμένου ακριβώς να τονίσουμε τον ανοιχτό κι αδέσμευτο χαρακτήρα της. Με άλλα λόγια, ο άνθρωπος δεν ανάγεται σε κάποιου είδους βιολογικό προγραμματισμό, δεν περιορίζεται από κάποια προκαθορισμένη φύση, ίσα-ίσα αποδύεται συχνά σε έναν αγώνα ενάντια στη φύση (του). Εάν αυτό είναι ένα πρωταρχικό γνώρισμά μας, γιατί θα έπρεπε να θεωρηθεί σε επίπεδο αρχής αδιανόητη η εναντίωση στη θνητότητα; Εάν καταφάσκουμε ταυτόχρονα στην ανθρώπινη ελευθερία, γιατί θα πρέπει να εμποδίσουμε κάποιον να την ασπαστεί, εφόσον δεν πείθεται από τα επιχειρήματα που αναπτύσσονται σε βάρος αυτής της επιδίωξης;

* Ο ΣΩΤΗΡΗΣ ΒΑΝΔΩΡΟΣ είναι λέκτορας Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου.

Οι μακάριοι θνητοί και τα χρυσά αυγά

*Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών

Αναρωτιέμαι ξανά και ξανά: τι να σκέφτεται άραγε η χήνα…
χοροπηδά, φτεροκοπά, βουτά ξανά στο παιχνίδι:
πως είναι θνητή μήτε που το φαντάζεται…
μήτε τ’ αστραφτερά όπλα της μαγείρισσας θαρρεί.
Ω! Πάπια λευκή μου αδερφή,
εσύ διδάσκεις πως δεν υπάρχει θάνατος:
πεθαίνει μόνο αυτός που σκέφτεται.
Ομως εσύ δεν σκέφτεσαι. Ομορφη είναι η μοίρα σου!
Να σε μαγειρέψουν δεν είναι θλιβερό,
θλιβερό είναι να αναλογίζεσαι πως θα μαγειρευτείς.

(G. Gozzano, Poesie, Garzanti, Milano 1960)

 

 

Πολλοί υποστηρίζουν ότι σε μερικές δεκαετίες, η γενετική, η βιοτεχνολογία, η νανοτεχνολογία, η επιστήμη των υπολογιστών και η ρομποτική θα επιτρέψουν στην ανθρώπινη φυλή να κατευθύνει την εξέλιξή της, ακριβώς όπως το άτομο μπορεί (ενδεχομένως) να αποκτήσει τον έλεγχο του πεπρωμένου του. Σήμερα οι μεταμοσχεύσεις οργάνων είναι σχεδόν επεμβάσεις ρουτίνας, ενώ το φύλο μπορεί να αλλάξει στην κατάλληλη χειρουργική αίθουσα. Πολλές από αυτές τις πρακτικές θεωρούνται ήδη «βασικές» και υποτυπώδεις, ειδικά εάν λάβουμε υπόψη τις υποσχέσεις των βιο/νανοτεχνολογιών για δραστικές παρεμβάσεις στο μέλλον σε μοριακό επίπεδο. Ενώ οι προοπτικές και οι ευκαιρίες για καινοτομία (και κέρδη) συζητούνται πολύ συχνά, τα θεωρητικά αποτελέσματα αυτής της επιστημονικής/τεχνολογικής προόδου σπάνια έρχονται στο προσκήνιο. Πέρα από την εξάλειψη των ασθενειών και τον έλεγχο της διαδικασίας γήρανσης, για κάποιους υποτίθεται ότι έχει ήδη ανοίξει ο ορίζοντας ενός νέου, άγνωστου, κόσμου… αυτού της μετα-ανθρωπότητας των αθανάτων.

Ο Φρανκ Νταμούρ στο βιβλίο «Μακάριοι οι θνητοί γιατί είναι ακόμη ζωντανοί» (εκδόσεις Μάγμα) κάνει ακριβώς αυτό που, δυστυχώς κατά τη γνώμη μας, γίνεται σπάνια στη δημόσια σφαίρα: ανοίγει στα ίσια και με διεισδυτικό/καυστικό τρόπο αυτή τη συζήτηση διαμέσου δεκατριών επιστολών προς τους επιστήμονες της εποχής μας. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, εκτός των άλλων επιστολών, παρουσιάζει η 10η επιστολή προς τον Λάρι Πέιτζ (της Google/Alphabet Inc). Εδώ με αφορμή τη λειτουργία της εταιρείας Calico και με μια καλή δόση υγιούς ειρωνείας παρουσιάζεται ένα business plan με τίτλο του project: «Σχέδιο ανάπτυξης μιας ιμορταλιστικής κοινωνίας».

Τα βήματα που προτείνονται είναι τα γνωστά του σύγχρονου οικονομοτεχνικού κόσμου: στόχος, σχεδιασμός, χρονοδιάγραμμα, ανάπτυξη, εκτιμώμενα κέρδη. Το μαρκετίστικο σλόγκαν πρέπει να φαίνεται ιδιοφυές και για να είναι πιασάρικο οφείλει να εκπέμπει μια ορισμένη επαναστατικότητα, επομένως, Πόλεμος ενάντια στον θάνατο! Για τους ιθύνοντες των αγορών και μελλοντικούς επενδυτές το σλόγκαν είναι κομβικό, ακόμη κι αν το ίδιο το εγχείρημα είναι μια κολοσσιαία ανοησία.

Ο συγγραφέας μάς καλεί να αναλογιστούμε: Πώς θα ήταν πραγματικά ένας κόσμος αθανάτων; Θα είναι σίγουρα ένας κόσμος όπου θα κυριαρχούν οι ισχυροί, όπου μέσα σε λίγες δεκαετίες οι γενιές δεν θα έχουν μεταξύ τους καμία διαφορά. Εάν με τον θάνατο του Θεού, όπως σκιαγραφήθηκε από τον Ντοστογιέφσκι και τον Νίτσε, άρχισαν σταδιακά να επιτρέπονται όλα, τότε με τον θάνατο του θανάτου θα γίνουν όλα επιτρεπτά. Θα κυριαρχούν παντού η ακολασία, ο λιμπερτινισμός και η ατιμωρησία. Η ύβρις θα γίνει καθημερινό ψωμοτύρι και το βασικότερο: θα πάψουν να υπάρχουν παιδιά. Ομως ο Νταμούρ αναρωτιέται:

«Ποιος θα ’θελε να ζήσει σ’ έναν κόσμο δίχως παιδιά; Μπορείτε να μου βρείτε έναν καλύτερο ορισμό της κόλασης;» […] σε τελική ανάλυση για ποιον λόγο ζούμε μαζί, αν δεν πεθαίνουμε μαζί; το μόνο που θα ’χαμε από κοινού, στην τελευταία αυτή περίπτωση, θα ήταν η αθανασία και παντοδυναμία μας. Ελα όμως που δεν είμαστε θεοί του Ολύμπου, όντα δίχως προγόνους κι απογόνους! Εχετε προσέξει ότι τα παιδιά των θεών γεννιούνται ήδη ενήλικα, ως ισχυρά άλτερ έγκο των γονιών τους; Τα αθάνατα όντα δεν τεκνοποιούν. Τους αρκεί ο εαυτός τους, καθώς συνιστούν τον ίδιο κλειστό τους ιδιόκοσμο. Κλειστό σα νεκροταφείο».

Πέρα από το ότι, εν μέρει, αποκαλύπτεται το άκρως θεωρητικό, στα όρια της επιστημονικής φαντασίας, σχέδιο της «αθανασίας», οι φιλοσοφικοί προβληματισμοί του βιβλίου είναι ιδιαίτερα αξιόλογοι. Με βήματα λογικά και σταθερά ξεμπροστιάζεται η υποκρισία των δισεκατομμυριούχων φιλάνθρωπων, των αυτοδημιούργητων, που επιθυμούν να απαλλάξουν την ανθρωπότητα από τον θάνατο και, ασφαλώς για το «καλό» της, να της προσφέρουν τον μονιμότερο εφιάλτη όλων των εποχών.

Ας το σκεφτούμε με προσοχή: H γέννηση και η βιολογική/κοινωνική φροντίδα από τους γονείς μας είναι ένα τεράστιο δώρο καταγωγής, κανείς δεν γεννιέται από μόνος του. Ο άνθρωπος δεν είναι λογισμικό που μπορεί να προγραμματιστεί από το μηδέν, όπως πολύ σωστά είχε επισημάνει ο Ντοστογιέφσκι στο Υπόγειο. Η παρατεταμένη εξάρτηση του νεογνού από τους γεννήτορές του είναι χαρακτηριστικό του είδους μας, το ίδιο ισχύει και για την αλληλεπίδραση μεταξύ θνητών που μας δίνει την αίσθηση της περατότητας, των ορίων και της ταπεινότητας. Κανείς δεν περπατά μονάχος σαν αθάνατος Χαϊλάντερ, ακριβώς γιατί έχει επίγνωση του θανάτου. Αλλωστε αποτελεί ακόμη μια κολοσσιαία ανοησία η πίστη ότι o νους για τον εγκέφαλο είναι απλά ό,τι το λογισμικό για τον ηλεκτρονικό υπολογιστή.

Ο συγγραφέας γνωρίζει ότι η χήνα του Google χοροπηδά, φτεροκοπά, βουτά ξανά στο παιχνίδι του ναρκισσισμού και της ματαιοδοξίας, που στην εποχή μας γεννάει χρυσά αυγά, και κλείνει την επιστολή με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Αναφέρει το βασικότερο στοιχείο που λείπει από τους περισσότερους επιχειρηματικούς σχεδιασμούς μεγάλης κλίμακας, ειδικά στον κόσμο της υπερσύγχρονης καινοτομίας. Εκτός από την αλληλουχία ιδέα – στόχος – σχεδιασμός – χρονοδιάγραμμα – ανάπτυξη – εκτιμώμενα κέρδη, υπάρχουν πάντα και οι συνέπειες/ζημιές για την κοινωνία συνολικά. Σήμερα, όπως και στο βιβλίο, κυρίως γι’ αυτές θα έπρεπε να μιλάμε, ώστε να κρατήσουμε τη σωστή στάση μέσα στον ωκεανό των διαθέσιμων επιλογών.

Ευχόμαστε καλή ανάγνωση!

 

Καλοκαιρινές βιβλιοπροτάσεις

 

Με το μετα-ανθρώπινο σύνθημα «Σκοτώστε τον θάνατο!», κάποιοι δισεκατομμυριούχοι της Σίλικον Βάλεϊ έγιναν οι σύγχρονοι κήρυκες της μετανεωτερικής αθανασίας αλλά και οι βασικοί χρηματοδότες των τεχνοεπιστημονικών προγραμμάτων για την επίτευξή της.

Μεταξύ αυτών και οι δύο συνιδρυτές της Google, στους οποίους και απευθύνονται οι 12 ανοιχτές επιστολές που συγκροτούν αυτό το εξαιρετικά επίκαιρο βιβλίο του Φρανκ Νταμούρ.

Σύμφωνα με τον συγγραφέα, η συγκεκριμένη μάχη ενάντια στην ανθρώπινη θνητότητα ακολουθεί πιστά την αισιόδοξη και συχνά υπερφίαλη λογική του σημερινού κόσμου, σύμφωνα με την οποία ό,τι είναι τεχνολογικά εφικτό είναι και καλό και άρα θα πρέπει να υλοποιείται αβίαστα.

Ο συγγραφέας, γνωστός δοκιμιογράφος στο περιοδικό Nunc, γεννήθηκε το 1971 στο Ανταναναρίβο της Μαδαγασκάρης και θεωρείται ένας διαπρεπής ερευνητής του έργου του Ρώσου ορθόδοξου στοχαστή-θεολόγου Νικολάι Μπερντιάεφ και του Γάλου ορθόδοξου θεολόγου, ποιητή και συγγραφέα Ολιβιέ Κλεμέντ.

Η «αθνησκία» ως τέχνημα

Στο πλαίσιο των ερευνητικών ενδιαφερόντων του Φρανκ Νταμούρ εντάσσεται και η πιο πρόσφατη συστηματική ενασχόλησή του με τα βιοηθικά και κοινωνικά προβλήματα που προκύπτουν από την τεχνοϊδεολογία του «Τρανσουμανισμού», που ευαγγελίζεται τη μελλοντική υπέρβαση της ανθρώπινης κατάστασης και την έλευση του «νέου ανθρώπου», δηλαδή την επίτευξη, μέσω των επιστημονικών εξελίξεων και των βιοτεχνολογικών πρακτικών, μιας παραδείσιας μετα-ανθρώπινης κατάστασης.

Η μεγάλη αξία τού «Μακάριοι οι θνητοί» είναι ότι αναλύει κριτικά τις πραγματικές ιδεολογικές και επιστημονικές προκείμενες των πιστών του πρόσφατου κρυπτοθεολογικού δόγματος της τεχνοεπιστημονικής αθανασίας. Πρόκειται για μια σύγχρονη εκδοχή του «ιμορταλισμού», δηλαδή της ανθρώπινης «αθνησκίας», σύμφωνα με την οποία ο βιολογικός θάνατος δεν είναι πεπρωμένο και θα πρέπει να πάψει να έχει την τελευταία λέξη στη ζωή των ανθρώπων!

Η αποδοχή ή, ακόμη χειρότερα, η εφαρμογή αυτών των ιδεολογημάτων, όπως πολύ εύστοχα επισημαίνει ο συγγραφέας, θα καταργούσε όχι μόνο τα γηρατειά, αλλά και την ίδια τη νεότητα, η οποία θα έχανε κάθε νόημά της δίχως τον φόβο του γήρατος και τη συνείδηση του θανάτου. Η κατάργηση ή, έστω, η διαρκής παράταση του προσδόκιμου ζωής των ανθρώπων θα στερούσε την ανθρώπινη ζωή από κάθε νόημα και θα μετέτρεπε τους «αθάνατους» σε τεχνητά συντηρούμενα φαντάσματα.

«Πώς θα ήταν ένας κόσμος αθάνατων; Θα ήταν ένας κόσμος εντός του οποίου θα ζούσαμε πάντοτε μαζί με τους ίδιους ανθρώπους. Και σε πλήρη αντίθεση με το φαντασιακό της προόδου και της καινοτομίας -το οποίο κατά τα άλλα επαίρεστε πως σας διαπνέει εκεί στην Google- θα επρόκειτο για έναν κόσμο κοκαλωμένο κι ακίνητο!

Ας προσπαθήσουμε για μια στιγμή να φανταστούμε πώς θα ήταν η πραγματωμένη αθανασία. Είναι βέβαιο πως αν ο Μότσαρτ ήταν αθάνατος, δεν θα είχε ποτέ του συνθέσει ούτε τον “Ντον Τζιοβάνι” ούτε -κυρίως- το “Ρέκβιεμ”. Θα ’χε σάμπως νιώσει ποτέ ένας αθάνατος Ρεμπό την ανάγκη να γράψει “Μια εποχή στην κόλαση”; Δίχως το φάσμα του θανάτου κανένας τους δεν θα εξελισσόταν σε ιδιοφυΐα», όπως επισημαίνει ο Φρανκ Νταμούρ σε μια από τις μάταιες προσπάθειές του να μεταπείσει τους επίδοξους… αθάνατους.