Χρίστος Χαραλαμπόπουλος – “Τα δύο πρόσωπα του ποδοσφαίρου”

*Πρόλογος στο βιβλίο “Το ομορφότερο γκολ ήταν μια πάσα

«Το ποδόσφαιρο είναι ένα παιχνίδι που δεν έχει κανένα νόμο, καμία αλήθεια. Στο ποδόσφαιρο δεν κερδίζει πάντα ο δυνατότερος. Γι’ αυτό είναι τόσο αγαπητό. Και αυτή την απουσία της αλήθειας, την απουσία του νόμου, κανείς μας δεν την καταλαβαίνει. Προσπαθούμε να την εξηγήσουμε μιλώντας για το ποδόσφαιρο, αρθρογραφώντας γι’ αυτό… και κανείς δεν καταφέρνει να το εξηγήσει…».

 

Αυτά είχε ισχυριστεί ο Μισέλ Πλατινί σε μια εξαιρετική συνέντευξη με τη Γαλλίδα συγγραφέα Μαργκερίτ Ντυράς που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Libération στις 13 και 14 Δεκεμβρίου του 1987. Στην Ντυράς δεν άρεσε η χρήση της λέξης «αλήθεια» από τον Πλατινί και σε κάποιο σημείο της συνέντευξης τού ζητά να την αντικαταστήσει με κάποια άλλη. Ο Πλατινί, επιλέγει τη λέξη «νόμο», αλλά συχνά στην διάρκεια της συνέντευξης επαναλαμβάνει τη λέξη «αλήθεια» γιατί, προφανώς, αυτό έχει βιώσει ως ποδοσφαιριστής. Η Ντυράς, που σημειωτέον δεν παρακολουθούσε ποδόσφαιρο αλλά είχε εντυπωσιαστεί από τη μεγάλη δημοφιλία του, δεν επιμένει στις ενστάσεις για τη χρήση της λέξης «αλήθεια» και στο τέλος φτάνει να χαρακτηρίσει το παιχνίδι «τόσο δαιμονικό, όσο και Θεϊκό». Αυτοί οι δύο χαρακτηρισμοί της Ντυράς, που αποδέχθηκε και ο Πλατινί, δείχνουν την κλίμακα μέσα στην οποία κινείται το ποδόσφαιρο. Αν ο Θεός είναι το ένα άκρο, ο δαίμονας είναι το άλλο. Η χαρά στη νίκη, η βραχυπρόθεσμη λύπη στην ήττα και η ελπίδα ότι στο επόμενο παιχνίδι η λύπη θα γίνει χαρά, ίσως να είναι ο «νόμος» ή η «αλήθεια» του Πλατινί.

Ο Ζαν-Κλωντ Μισεά απέναντι στην αοριστολογία του «νόμου» και της «αλήθειας» της συνέντευξης Πλατινί-Ντυράς, αναζητά τη φιλοσοφία του ποδοσφαίρου. Ο Μισεά δεν είναι ο διανοούμενος που ζυμώνεται μέσω του πάθους της κερκίδας. Μάλλον, δεν πηγαίνει συχνά στο γήπεδο, αν και παρακολουθεί ποδόσφαιρο από την τηλεόραση· μάλιστα, από ό,τι δείχνει, το κάνει με ευχαρίστηση, κυρίως γιατί ανιχνεύει τα άκρα μέσα στα οποία εγγράφεται η φιλοσοφία του ποδοσφαίρου. Οι χαρακτηρισμοί της Ντυράς («τόσο δαιμονικό, όσο και Θεϊκό») για το παιχνίδι που δηλώνουν τα όριά του, στον Μισεά αλλάζουν. Ο Γάλλος φιλόσοφος έχει μελετήσει σε βάθος και ενδελεχώς την ιστορία και την εξέλιξη του ποδοσφαίρου. Αυτή η μελέτη είναι που τον έχει βοηθήσει να εκφράσει τα όρια του παιχνιδιού με φιλοσοφικό τρόπο. Υποστηρίζει λοιπόν ότι από τη μια μεριά έχουμε το νεοφιλελεύθερο ποδόσφαιρο και από την άλλη το παιχνίδι της συλλογικότητας. Και το τεκμηριώνει. Υπενθυμίζει πως τα σπορ είναι γέννημα της νεωτερικότητας, όπου η σταδιακή διαμόρφωση του σύγχρονου αθλητισμού είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με μια παράλληλη διαδικασία «ειρήνευσης των ηθών» και περιορισμού της καθημερινής βίας, μέσω της αυτοπειθαρχίας και του ελέγχου των ενορμήσεων. Σημειώνει πως η διαδικασία αυτή συνιστά έκφραση της διπλής αναγκαιότητας που βρίσκεται στον πυρήνα της νεωτερικής πολιτικής φιλοσοφίας: της ανάγκης, αφενός, να τερματιστούν οι κοινωνικά διαλυτικοί εμφύλιοι, θρησκευτικοί πόλεμοι και, αφετέρου, να ενθαρρυνθεί το «ήπιο εμπόριο», που υποτίθεται ότι θα διασφάλιζε μια για πάντα την κοινωνική ειρήνη και την ευημερία των εθνών.

Ο Μισεά ιχνηλατεί με ενάργεια τις κολοσσιαίες μεταβολές στην εξέλιξη του αθλήματος. Το πέρασμά του από την μεγαλοαστική στην εργατική τάξη, όταν έγινε η μετάβαση από το dribbling στο passing game, αποκαλύπτει πώς το παιχνίδι από εκδήλωση της ατομικότητας κατέστη ενσάρκωση της συλλογικότητας που αντιπροσωπεύει η εργατική τάξη. Η τελευταία, ιδιαίτερα στην Αγγλία, εκμεταλλεύθηκε κάποιες ιδιαίτερες συνθήκες (π.χ την αργία του σαββατιάτικου απογεύματος που κέρδισαν τα βρετανικά συνδικάτα, η αναγνώριση της ιδιότητας του επαγγελματία ποδοσφαιριστή) για να το ιδιοποιηθεί. Τούτο όμως δεν απέτρεψε τη σταδιακή κυριαρχία της καπιταλιστικής λογικής στο παιχνίδι που μπορεί να διαφοροποιήσει τα χαρακτηριστικά του: από «λαϊκό» παιχνίδι με επαγγελματίες-εργάτες, σε ένα προϊόν με λίγους προνομιούχους μισθοφόρους που εντάσσονται σε ένα star system για ευρεία κατανάλωση, με τιμή που θα ορίζει, κάθε φορά, η αγορά.

Ο Μισεά ανατέμνει με θαυμαστή ακρίβεια, κατά την γνώμη μου, τον χαρακτήρα του παιχνιδιού καθώς εξετάζει και συγκρίνει τα δύο του πρόσωπα: από τη μια ένα παιχνίδι που προσηλώνεται στο passing game και τον στόχο του, κι από την άλλη ένα παιχνίδι συλλογικότητας, που επιδιώκει την νίκη πάση θυσία, «έστω και με μισό μηδέν», ένα παιχνίδι ανταγωνιστικό, υπαγόμενο στην καπιταλιστική λογική. Μάλιστα, όπως ο ίδιος παρατηρεί, η κυριαρχία του συμφέροντος και του κέρδους πάνω στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο εξόρισε την ιδέα ότι το παιχνίδι αποτελεί πηγή ευχαρίστησης. Το γεγονός αυτό μας ανάγκασε να θεωρούμε την νίκη ως το απόλυτο κακό εξαιτίας των αρνητικών της συνεπειών σε οικονομικό και επικοινωνιακό επίπεδο. Τα ΜΜΕ και ο στοιχηματισμός εκπαιδεύουν το κοινό προς αυτή την κατεύθυνση. Αποφεύγοντας το ύφος του δασκάλου που κάνει υποδείξεις, ο Μισεά εκτιμά πως η σωτηρία του παιχνιδιού μπορεί να επιτευχθεί, αρκεί οι συμμετέχοντες να έχουν διαρκώς κατά νου ότι πρόκειται απλώς για ένα ευχάριστο παιχνίδι –κατά τη διάρκεια του οποίου ξεχνάμε προσωρινά τις έγνοιες της καθημερινότητας– και ότι η «νίκη» της μιας ομάδας δεν συνεπάγεται επ’ ουδενί τον εξευτελισμό και την κυριάρχηση επί του αντιπάλου. Διόλου τυχαία οι πρώτοι θεωρητικοί του σύγχρονου αθλητισμού τόνιζαν με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι το «να ξέρει κανείς να χάνει» και να «παίζει σωστά» συνιστά μια από τις πιο θεμελιώδεις αρετές.

Με άλλα λόγια, το παιχνίδι μπορεί να διασώζει την ψυχή του, όσο σύμφωνα με τον Γκαλεάνο, ξεκουράζεται μέσα στο σύνθημα των παιδιών στην Λατινική Αμερική όταν βγαίνουν στον δρόμο για να παίξουν ποδόσφαιρο: «Χάσουμε – κερδίσουμε, εμείς θα το γλεντήσουμε».

Λάκης Προγκίδης – Ο Φιλίπ Μυρέ στη χώρα του Καλού*

Αγαπητοί τζιχαντιστές… Δεν πρόκειται ούτε για λιβελογράφημα, ούτε για φάρσα, ούτε όμως και για κάποια από τις συχνές προκλήσεις με τις οποίες διασκεδάζουν τα τελευταία χρόνια οι μηντιακοί διανοούμενοι και το κοινό. Ούτε βέβαια για κάποιον από τους επιθετικούς λιβέλους που τόσο χαροποιούν τους μπλόγκερ και πυκνώνουν τις γραμμές των αιωνίως αισιόδοξων. Πρόκειται, αντίθετα, για ένα βιβλίο που κάνει έκκληση στην κοινή λογική. Αποτελεί έναν στοχασμό πάνω στον θάνατο του δυτικού μας πολιτισμού, τον οποίο προετοίμασε, προγραμμάτισε κι εκτέλεσε με πάσα λεπτομέρεια ένας άλλος πολιτισμός που όμως αποκαλείται κι αυτός «δυτικός». Δεν πρόκειται, ωστόσο, για κάποιο λογοπαίγνιο. Ο Μυρέ μιλά για μια βρυκολακιασμένη Δύση. Μιλά για τον πολιτισμό που κατάφερε μέσα σε πενήντα χρόνια να αυτοκαταστραφεί, για έναν πολιτισμό που μπόρεσε να εξαντλήσει ολόκληρη τη ζωτική του δύναμη, που πέτυχε να αποξηράνει μέχρι και την τελευταία ικμάδα του στοιχείου που συγκροτούσε την ιδιοσυγκρασία του και στάθηκε έτσι ικανός να παρεκκλίνει απόλυτα από τις αξίες του, τουτέστιν από την «κριτική σκέψη, το πνεύμα της σύγκρουσης και την ικανότητα ν’ αφομοιώνουμε το Κακό και το δαιμονικό προκειμένου να τα κατανοούμε και να τα πολεμούμε».

Το γεγονός πως ένα δοκίμιο τόσο «καυτά» επίκαιρο -όπως συνήθως λέγεται- χρειάστηκε να περιμένει τόσα χρόνια πριν αρχίσει να μεταφράζεται σε γλώσσες πέραν των γαλλικών καταδεικνύει την ουσιώδη ανεπάρκεια των υπερπληροφορημένων, κατά τα άλλα, κοινωνιών μας. Απ’ ό,τι φαίνεται, οι διαμορφωτές της κοινής γνώμης που πηγαινοέρχονται φρενιτιωδώς στις τέσσερις γωνιές του πλανήτη με σκοπό την υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων και την προώθηση της υπεράφθονης, πια, φιλολογίας που τα συνοδεύει, δείχνουν ελάχιστη ευαισθησία απέναντι στην πιο στοιχειώδη ανθρώπινη ικανότητα: τον στοχασμό. Κι εντούτοις, ο τελευταίος επιβιώνει ακόμη, όπως αποδεικνύει τούτο το βιβλίο. Αν θέλει, όμως, κανείς να επωφεληθεί από την ανάγνωσή του, θα πρέπει, την ώρα που το διαβάζει, να κλείσει τα αυτιά του στον μηντιακό θόρυβο και να προσηλωθεί στον τρόπο με τον οποίο βλέπει ο Μυρέ την κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα ο πολιτισμός μας.

Το μόνο που μπορέσαμε -ή, πιο σωστά, το μόνο που θελήσαμε- να κρατήσουμε από αυτή την τρισχιλιετή ιστορία είναι η ταμπέλα της: «Δύση». Στην ανά χείρας ανοικτή επιστολή του ο Μυρέ εξηγεί τούτη τη διαβολική μεταμόρφωση, τούτη την άρνηση του ίδιου μας του εαυτού που δε μας επιβλήθηκε από κανέναν εξωτερικό εχθρό και καμία εχθρική δύναμη. Είναι αυτή η, κατά κάποιον τρόπο, μετα-δυτική Δύση που επεκτείνεται ανά τον πλανήτη και οδηγεί -διά πυρός και σιδήρου, αν χρειαστεί- ολόκληρη την ανθρωπότητα προς την παγκοσμιοποίηση. Όμως θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς, και πολύ σωστά, ότι, χωρίς τα πάλαι ποτέ εγγενή της γνωρίσματα και χωρίς τα πνευματικά της όπλα, η Δύση θα έπρεπε να βρίσκεται στα πρόθυρα του θανάτου Καιρός ν’ ανοίξουμε τα μάτια μας, καιρός να δείτε κι εσείς την πραγματικότητα κατάματα, «αγαπητοί μας τζιχαντιστές»: αυτός που κατάφερε να πιει το ίδιο του το αίμα είναι ακατανίκητος. Τάδε έφη Φιλίπ Μυρέ.

Φυσικά το Αγαπητοί τζιχαντιστές… δεν είναι το μόνο βιβλίο του Μυρέ που παρέμενε μέχρι σήμερα αμετάφραστο. Το σύνολο του έργου του -μυθιστορηματικό, δοκιμιακό, ποιητικό και κριτικό- παραμένει ακόμη έγκλειστο εντός των γαλλικών συνόρων, περιμένοντας υπομονετικά πότε οι εκδότες των υπόλοιπων ευρωπαϊκών (με τη γεωγραφική έννοια του όρου) χωρών θα θυμηθούν πως το επάγγελμά τους συνίσταται πρώτα και κύρια στο να εντοπίζουν και να διαδίδουν το έργο συγγραφέων αληθινά κι όχι μόνο κατ’ όνομα ανατρεπτικών, οι οποίοι αμφισβητούν την κυρίαρχη συναίνεση. Ο Φιλίπ Μυρέ αποτελεί μια ιδιάζουσα φωνή. Υπήρξε ένας από τους ελάχιστους συγγραφείς που δε συμμετείχε συνειδητά στη μεγάλη -και δήθεν αναπόφευκτη- μασκαράτα της εμπορευματοποίησης της τέχνης και του πνεύματος που έλαβε χώρα στη Γαλλία, μετά το πέρας της λεγόμενης Χρυσής Τριακονταετίας (1945-1975). Αντιστάθηκε μέχρι τον πρόωρο θάνατό του, το 2006, στα θέλγητρα της μηντιακής ζωής -τηλεοπτικές εκπομπές, υπογραφή αυτογράφων, διοργάνωση εσπερίδων για την παρουσίαση των εκάστοτε καινούργιων βιβλίων ενός συγγραφέα και όλα τα καθέκαστα- και μόχθησε για να μη γράψει ποτέ έστω και την παραμικρή λέξη για την οποία να μην ήταν πεπεισμένος ότι θα συνέβαλλε κι αυτή στο γενικότερο συγγραφικό του εγχείρημα με στόχο την απομυθοποίηση του κόσμου μας, σε τούτη τη συνολική προσπάθεια του συγγραφέα να δει τις κοινωνίες μας με καθαρή ματιά.

Από το 1973, οπότε και εκδίδεται το πρώτο του μυθιστόρημα (με τίτλο Πολλαπλό άσμα [Chant pluriel]), μέχρι και το 2006, χρονιά κατά την οποία κυκλοφορεί το «λεξικό» του υπό τον τίτλο Το λεξικό τσέπης (Le Portatif), ο Μυρέ εξέδωσε δεκατέσσερα έργα -τα οποία καλύπτουν όλα τα συγγραφικά ήδη: πρόζα, ποίηση, δοκίμιο, κριτική- και δημοσίευσε πάνω από τριακόσια άρθρα, σε πλήθος περιοδικών κι εφημερίδων. Τα τελευταία τα συγκέντρωσε σε έξι τόμους: τέσσερις εξ αυτών υπό τον τίτλο Πνευματικοί εξορκισμοί (Exorcismes spirituels) και δύο υπό τον τίτλο Μετά την Ιστορία (Après lHistoire). Αυτό το εντυπωσιακό έργο, μια συνεχιζόμενη δημιουργία τριάντα τριών χρόνων που δεν ακολούθησε ποτέ την πεπατημένη, δεν πέρασε διόλου απαρατήρητο. Το πρώτο του μεγάλο δοκίμιο, Ο 19ος αιώνας στο πέρασμα του χρόνου  (Le XIXe siècle à travers les âges)  -μια θαυμάσια και ριζοσπαστική επισκόπηση του τρόπου με τον οποίο ο επιστημονισμός κι ο άνωθεν επιβεβλημένος εξορθολογισμός της ανθρώπινης ζωής οδηγούν στον σκοταδισμό-, έκανε αίσθηση κι έλαβε θετικά σχόλια, όταν κυκλοφόρησε το 1984. Κατά τα άλλα, όμως, ο Μυρέ παρέμεινε κατά κύριο λόγο άσημος ως συγγραφέας, σε μεγάλο βαθμό εξ αιτίας της απροθυμίας του να ακολουθήσει τους κυρίαρχους κανόνες του παιχνιδιού. Οι μόνοι του θαυμαστές κι υποστηρικτές προέρχονταν από τον κύκλο ορισμένων συγγραφέων που ήταν κι αυτοί πνεύματα γνήσια κριτικά όπως κι ο ίδιος. Η πραγματική, όμως, ρήξη του συγγραφέα μας με τους καλλιτεχνικούς και λογοτεχνικούς κύκλους της Γαλλίας έλαβε χώρα το 1991, με την έκδοση του δοκιμίου του Η αυτοκρατορία του Καλού (LEmpire du Bien). Πρόκειται για το βιβλίο που αποτέλεσε τη μήτρα ολόκληρης της μετέπειτα δημιουργίας του, άρα και του Αγαπητοί τζιχαντιστές…, που κυκλοφορεί λίγους μήνες μονάχα μετά την 11η Σεπτεμβρίου.

Το 1991 δεν είναι μια τυχαία χρονιά. Πρόκειται για τη στιγμή που ανοίγει τις πύλες της η Γιουροντίσνεϋ, 80 χιλιόμετρα δυτικά του Παρισιού. Είναι τότε που οι μεγάλοι τουριστικοί οδηγοί, οι οποίοι πωλούνταν στους επισκέπτες τούτου του πάρκου, άρχισαν να αναφέρουν το Παρίσι απλώς και μόνον ως ένα παρακείμενο αξιοθέατο που θα άξιζε μια μικρή παράκαμψη. Είναι προφανές πως έχουμε να κάνουμε εδώ με ορισμένες συμπτώσεις, τις οποίες αν δούμε από κάποια απόσταση παύουν να είναι τέτοιες. Κατά την ιστορική στιγμή που (υπό τη μεσολάβηση της Γαλλίας του Μιτεράν) η γεωγραφική και συμβολική καρδιά της Ευρώπης καλωσόριζε με τυμπανοκρουσίες την αμερικανική βιομηχανία νηπιοποίησης του ανθρώπινου όντος, ο Μυρέ εξέδιδε την Αυτοκρατορία του Καλού και μέσα από τις σελίδες της ανέλυε τη θεαματική επικράτηση της παιδοκρατίας στο σύνολο των πτυχών της ζωής μας, τόσο της δημόσιας όσο και της ιδιωτικής. Πρόκειται για μια εξέλιξη που πάει αρκετά πίσω. Διότι αυτή η λατρεία του παιδιού, της οποίας η Γιουροντίσνεϋ συνιστά το πιο ρητό σύμβολο, σηματοδοτεί μάλλον τη θριαμβευτική κατάληξη μιας μακράς σειράς προσπαθειών που καταβάλλει η Δύση εδώ κι έναν αιώνα προκειμένου να ξεφορτωθεί το πολιτισμικό της θεμέλιο: το ελεύθερο, αυτόνομο και δημιουργικό άτομο, τουτέστιν τον άνθρωπο που μοχθεί για την αυτο-υπέρβασή του. Ιδού ένα απόσπασμα του βιβλίου στο οποίο ο αναγνώστης μπορεί να διακρίνει, μεταξύ άλλων, την προέλευση του Αγαπητοί τζιχαντιστές… :

Ο φιλανθρωπικός τηλε-κολεκτιβισμός συνιστά ιδανικό κληρονόμο -αλλά και μια πιο ήπια εκδοχή- όχι απλώς του κομμουνιστικού δεσποτισμού γενικώς, μα και των ενάρετων κομπασμών του λογοτεχνικού του διδακτισμού ειδικότερα -είτε πρόκειται για τα βουκολικά ειδύλλια του Αραγκόν είτε για τα ρομάντζα του Ελυάρ.

Όλα τα μυαλά έχουν μετατραπεί σε κολχόζ. Γραφειοκρατία, δημόσιες καταγγελίες, τρεμάμενη λατρεία της νεότητας, εξάτμιση της σκέψης, σβήσιμο του κριτικού πνεύματος, μάζες υπό χυδαία χειραγώγηση, καταναγκαστικές αναβιώσεις της Ιστορίας που το μόνο που πετυχαίνουν είναι να την εκμηδενίζουν, κιτς αισθητικής επικλήσεις του συναισθήματος ενάντια στον Λόγο, μίσος ενάντια στο παρελθόν, ομογενοποίηση του τρόπου ζωής: Η Αυτοκρατορία του Καλού οικειοποιείται πλείστα γνωρίσματα της παρελθούσας ουτοπίας, δίχως όμως να τ’ αλλάζει ιδιαίτερα. Όλα συνέβησαν γρήγορα, ταχύτατα. Οι τελευταίοι πυρήνες αντίστασης σκορπίζουν, οι Κομάντος της Εικόνας καταλαμβάνουν χαμογελαστοί την επικράτεια. Το μόνο που πετάμε από τις χονδροειδείς κολεκτιβιστικές ιδεολογίες του παρελθόντος είναι τα πιο γελοία τους κεφάλαια (με πρώτη πρώτη τη δικτατορία του προλεταριάτου). Κατά τ’ άλλα όμως η αγελαία τους ουσία παραμένει αμετάβλητη και δε χρειάζεται ν’ ανησυχούμε μήπως τάχα και μας λείψει. Εξ ου και όλη αυτή η σπέκουλα περί της υποτιθέμενης μεγάλης επιστροφής του ατομικισμού -εντός ενός κόσμου όπου κάθε μοναδικότητα έχει εξαλειφθεί!- αποδεικνύεται ως ένα ακόμα από αυτά τα παραμυθητικά θέματα-φετίχ δημοσιογράφων και κοινωνιολόγων τα οποία με διασκεδάζουν ιδιαίτερα. Πού και πότε το εντόπισαν οι εν λόγω τούτο το άτομο; Σε ποια ξεχασμένη γωνιά του γελοίου μας πλανήτη;

Η κεντρική ιδέα γύρω από την οποία αναπτύσσεται το μυθιστορηματικό και δοκιμιακό έργο του Μυρέ είναι η εξής: ζούμε πλέον σ’ έναν μετα-ιστορικό κόσμο. Ο κόσμος μας μοιάζει τόσο πολύ στον πραγματικό ιστορικό κόσμο τον οποίο διαδέχθηκε, ώστε κινδυνεύει κανείς να ζήσει ολόκληρη τη ζωή του εντός του δίχως, όμως, να αντιληφθεί τις μεταξύ τους διαφορές. Εντούτοις, τους δύο αυτούς κόσμους τους χωρίζει μια ανυπέρβλητη άβυσσος. Διότι, ενώ ο ιστορικός κόσμος περιλαμβάνει στις τάξεις του το Κακό (δηλαδή το αρνητικό ή, με άλλα λόγια, το χαλίκι που βραχυκυκλώνει τα γρανάζια της μηχανής, την άρνηση της επανάληψης, το κριτικό πνεύμα, τα τεκταινόμενα πίσω από την επίσημη πρόσοψη), ο μετα-ιστορικός του διάδοχος αρνείται επίμονα την ύπαρξή του. Ενώ ο πρώτος συνίσταται στις διαδοχικές ενσαρκώσεις της ατέρμονης πάλης ανάμεσα στο Καλό και στο Κακό, ο δεύτερος αναγνωρίζει μόνο τη μάχη του Καλού με το Καλό. Είναι όμως κάτι τέτοιο δυνατό; Ο Μυρέ απαντά καταφατικά. Διότι μέσω της διαρκούς γιορτής, της μηντιακής αποχαύνωσης, της αποερωτικοποίησης των ανθρώπινων σχέσεων, του ανηλεούς διωγμού των ατομικών απολαύσεων (που θεωρούνται επιβλαβείς για την υγεία μας), της συνολικής απαξίωσης του παρελθόντος και πλήθος άλλων τεχνασμάτων αυτού του είδους, ο μετα-ιστορικός κόσμος έχει καταφέρει να πνίξει εν τη γενέσει της την ιδέα πως θα μπορούσε κανείς να του ασκήσει κριτική ή ακόμη και να τον απορρίψει.

Ορισμένοι κακεντρεχείς θέλουν να συγχέουν τον Φιλίπ Μυρέ με τον Φράνσις Φουκουγιάμα, επειδή έκανε κι αυτός λόγο, κατά την ίδια περίοδο, για το «Τέλος της Ιστορίας». Προφανώς και σε ένα πρώτο επίπεδο οι δύο συγγραφείς συμπίπτουν, εφόσον ισχυρίζονται αμφότεροι πως η Ιστορία έχει τελειώσει. Το να τους μπερδέψουμε, ωστόσο, θα συνιστούσε κραυγαλέα παρανόηση. Ο Φουκουγιάμα χορεύει περιχαρής γύρω από το πτώμα της Ιστορίας, έμπλεος ικανοποίησης που μπορούμε πλέον να την ξεφορτωθούμε. Ατενίζει με ενθουσιασμό την έλευση της τελικής περιόδου της ενοποιημένης (δηλαδή παγκοσμιοποιημένης) ανθρωπότητας που δε θα ταλανίζεται πλέον ούτε από πολέμους ανάμεσα στα έθνη (καθώς θα μας αρκεί πλέον μόνο το αμερικάνικο έθνος), ούτε από ιδεολογικές αντιπαραθέσεις (καθώς θα αρκεί πια ο αμερικανικός πραγματισμός), ούτε όμως και από διαφοροποιήσεις ανάμεσα στους πολιτισμούς (μιας και θα μας καλύπτει πλέον πλήρως το αμερικανικό meltingpot). Αντίθετα ο Μυρέ βρίσκεται από τη μεριά των ηττημένων, μαζί με το θύμα. Ασφυκτιά και μάχεται με όλες του τις δυνάμεις ενάντια σε αυτή την καινούργια εποχή της ανθρωπότητας που επιβιώνει με διαρκείς ενέσεις «υπερεορταστικότητας» και «διαρκούς ασφάλειας».

Στις 11 Σεπτεμβρίου του 2001, με τη συμπλήρωση δέκα χρόνων υπερεορταστικής ευφορίας, η Δύση (δηλαδή η Αυτοκρατορία του Καλού) ξυπνούσε έντρομη από τον λήθαργό της. Διαπίστωνε τότε πως το μόνο πράγμα που προέκυψε από το μεγαλεπήβολο σχέδιο εγκαθίδρυσης ενός κόσμου δίχως σύνορα, στην εφαρμογή του οποίου είχε ριχτεί από την επομένη κιόλας της κατάρρευσης του σοβιετικού μπλοκ, ήταν μια τρομοκρατία δίχως σύνορα. Διόλου όμως αυτή η διαπίστωση δεν οδήγησε την Αυτοκρατορία σε κάποια αναθεώρηση των γεωστρατηγικών και πολιτιστικών της βλέψεων. Κι ούτε, προφανώς, τέθηκε ποτέ, έστω και για μια στιγμή,  ζήτημα στοχασμού πάνω στον βαθύ δεσμό που υφίσταται ανάμεσα, από τη μια μεριά στη μετατροπή ολόκληρης της γης σε σουπερμάρκετ, και από την άλλη στη δολοφονική τρέλα των τρομοκρατικών ομάδων που επικαλούνται το Ισλάμ. Για του λόγου το αληθές, ο γάλλος Πρωθυπουργός έσπευσε να κόψει τον βήχα σε όποιον πρότεινε κάποια πιο συγκεκριμένη εξέταση τούτης της τρομοκρατίας που μαστίζει τον πλανήτη μας εδώ και τριάντα χρόνια, όταν δήλωνε, αμέσως μετά τη σφαγή στο Μπατακλάν στις 13 Νοεμβρίου του 2015, ότι «οι προσπάθειες εξήγησης της τρομοκρατίας ισοδυναμούν με δικαιολόγησή της». Θα ήταν, δε, υπερβολή να περίμενε κανείς πως θα μπορούσαμε, δεδομένων των συνθηκών, να αντιληφθούμε το Κακό ως μια εγγενή διάσταση των ιδεωδών μας και των έργων μας. Τουναντίον, το μόνο που κάναμε ήταν να κηρύξουμε τον πόλεμο. Θα πρέπει, ωστόσο, να γνωρίζουμε ότι, δίχως έναν στοχασμό επί των βασικών αιτίων αυτής της σύγκρουσης, διατρέχουμε τον κίνδυνο να τη δούμε να μετατρέπεται σε αυτό που ο Ρενέ Ζιράρ (René Girard) -ένας από τους αγαπημένους συγγραφείς του Μυρέ- αποκαλούσε μιμητικό ανταγωνισμό.

Θα νικήσει ο πιο πεθαμένος από τους δύο, δηλαδή εμείς, έλεγε ο Μυρέ. Επιμένω πως δεν πρόκειται εδώ για κάποια προσπάθεια πρόκλησης ή για ένα από τα ευφυολογήματα για τα οποία φημίζονται οι γάλλοι συγγραφείς. Πρόκειται, αντίθετα, για έναν αφορισμό που συμπυκνώνει μια ώριμη ηθική κρίση σχετικά με τον πολιτισμό μας, ζυγισμένη από κάθε άποψη και προϊόν λεπτομερούς ανάλυσης, ως κατάληξη μιας πνευματικής και καλλιτεχνικής αναζήτησης τριάντα χρόνων. Θα μπορούσαμε, άραγε, υπό αυτήν την έννοια να ισχυριστούμε ότι ο Μυρέ ακολουθεί τα ερωτήματα που έθεσαν κατά τον Μεσοπόλεμο ο Πωλ Βαλερύ και ο Έντμουντ Χούσερλ σχετικά με την κρίση του ευρωπαϊκού πολιτισμού[1]; Σίγουρα. Αρκεί να μη λησμονούμε ότι, ενώ στην περίπτωση των Βαλερύ και Χούσερλ επρόκειτο ακόμη για προαισθήματα, προειδοποιήσεις και προμηνύματα, στον Μυρέ ο θάνατος του πολιτισμού μας έχει ήδη συντελεστεί. Με τη μόνη, βέβαια, διαφορά πως το πτώμα πιστεύει πως είναι πιο ζωντανό από ποτέ. Πρόκειται μήπως για κάποιο θαύμα; Όχι δα -απλώς μας έκαναν να καταπιούμε τεράστιες δόσεις από το ελιξίριο του Καλού.

Διότι, φυσικά, ο Μυρέ δε μας ήρθε ουρανοκατέβατος. Έχει κι αυτός τους πνευματικούς του προγόνους. Λόγου χάριν, έναν χρόνο πριν πεθάνει, το 1947, ο Ζωρζ Μπερνανός (Georges Bernanos) έδωσε μια σειρά διαλέξεων που εκδόθηκαν μεταθανάτια υπό τον τίτλο Τι να την κάνουμε την ελευθερία; (La liberté, pour quoi faire?). Επρόκειτο για μια αυστηρή κριτική ενός πολιτισμού ο οποίος, έχοντας μόλις βγει από τον πλανητικών διαστάσεων εφιάλτη που ο ίδιος προκάλεσε, αρνούνταν επίμονα να αντλήσει το παραμικρό μάθημα προς την κατεύθυνση του περιορισμού των αχαλίνωτων επιθυμιών του για υλικές ανέσεις και αγαθά. Το συμπέρασμα στο οποίο κατέληγε ο Μπερνανός ήταν το εξής: ενώ για τους βιολογικούς οργανισμούς η αποσύνθεση ξεκινά μετά τον θάνατο, στην περίπτωση των ανθρώπινων πολιτισμών προηγείται του θανάτου.

Ο Μυρέ πλέκει επανειλημμένως το εγκώμιο του Μπερνανός στα δοκίμια και τα άρθρα του. Όπως επίσης κι αυτό των Φλάννερυ Ο’Κόννορ, Φίλιπ Ροθ, Μίλαν Κούντερα αλλά και τόσων άλλων συγγραφέων, πρωτίστως μυθιστοριογράφων, καθώς το λοξό βλέμμα υπό το οποίο αυτοί εξετάζουν τον κόσμο εξήπτε και τη δικιά του ματιά. Εντούτοις, δύο είναι οι αληθινοί και δεδηλωμένοι πνευματικοί του πατέρες, τους οποίους αναφέρει και σχολιάζει διαρκώς υπό το φως των σημερινών εξελίξεων: ο Μπαλζάκ κι ο Σελίν. Ο Μυρέ επικαλείται με κάθε ευκαιρία την κληρονομιά τους: την ικανότητά τους να αγκαλιάζουν τον κόσμο στην ολότητά του. Θα ήθελα, ωστόσο, να σταθώ στο γεγονός πως, από αισθητικής απόψεως, τους ξεπερνά σε ό,τι αφορά ένα θεμελιώδες σημείο: το γέλιο. Διότι το χιούμορ του Μυρέ αγγίζει ύψη που μόνο στα όνειρά τους θα μπορούσαν να προσεγγίσουν τα δυο μεγάλα του πρότυπα. Προφανώς και δεν υπονοώ εδώ ότι ο συγγραφέας μας τράβηξε μόνος του αυτόν τον δρόμο και ότι το χιούμορ του συνιστά προϊόν παρθενογένεσης. Τουναντίον μάλιστα: μέσα απ’ το χιούμορ του ακούμε ν’ αντηχεί το γέλιο που συνόδευσε την έναρξη των Νέων Χρόνων -το γέλιο του Ραμπελαί! Υπό τη μόνη διαφορά, όμως, πως στην περίπτωση του Μυρέ οι σημερινοί σκοτεινοί καιροί αναγκάζουν το χιούμορ, που για τον γενναίο του πρόγονο συνιστούσε απλώς το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ανθρώπου, να μετατραπεί περαιτέρω σ’ ένα εξαιρετικά λεπτό εργαλείο το οποίο βοηθά τον στοχασμό να προσανατολιστεί μέσα στην ομίχλη που καλλιεργούν οι κοινοτοπίες που μας ζώνουν πανταχόθεν.

* Lakis Proguidis, «Muray existe!». Πρόκειται για το γαλλικό πρωτότυπο του προλόγου της ιταλικής μετάφρασης του Αγαπητοί τζιχαντιστές… (P. Muray, Cari jihadisti, μετάφραση F. Lorandini και O. Maillart, Τορίνο, Miraggi edizioni, 2016). Ευχαριστούμε θερμά τον συγγραφέα για την ευγένειά του να μας το παραχωρήσει.

[1] Σ.τ.μ.: βλ. σχετικά Πωλ Βαλερύ, Η κρίση του πνεύματος (1919), μτφρ. Θ. Χατζόπουλος, Αθήνα, Καστανιώτης, 1996· Edmund Husserl, Η κρίση της ευρωπαϊκής ανθρωπότητας και η φιλοσοφία (1934-1937), εισαγωγή-μετάφραση-σχόλια Π. Κόντος, Αθήνα, Εκκρεμές, 2011.

Μακάριοι οι θνητοί γιατί είναι ακόμη ζωντανοί

του Νίκου Μανωλόπουλου (περιοδικό Σύναξη)

Σε ένα από τα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου Μακάριοι οι θνητοί γιατί είναι ακόμα ζωντανοί, ο συγγραφέας του Φρανκ Νταμούρ μάς θυμίζει μια εμβληματική σκηνή από τη ταινία του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν Έβδομη σφραγίδα, τη σκηνή που δίπλα στη θάλασσα ο Χάρος παίζει μια παρτίδα σκάκι με τον ιππότη Αντώνιο Μπλοκ. Στην ταινία η δύναμη και το νόημα της σκηνής, σύμφωνα με τον Νταμούρ, βρίσκεται στο γεγονός ότι την τελευταία κίνηση, που επιφέρει το ρουά ματ, την κάνει ο Χάρος, υπενθυμίζοντας με μεταφορικό τρόπο ότι ο θάνατος είναι η μοίρα του ανθρώπου. Όμως ο συγγραφέας μας καλεί να φανταστούμε μια ανατροπή αυτής της σκηνής, που ο ιππότης Αντώνιος Μπλοκ θα κάνει την τελευταία και τελική κίνηση, το ρουά ματ. Αυτή η ανατροπή είναι σήμερα ο στόχος όχι μιας θρησκείας, όπως παραδείγματος χάρη της χριστιανικής που κηρύττει ανάσταση νεκρών και άρα τη μη παντοδυναμία του θανάτου, ούτε μιας φιλοσοφίας όπως η πλατωνική που μιλάει για την αθανασία της ψυχής, αλλά μιας ιδεολογίας που ο συγγραφέας ονομάζει ιμορταλισμό και διέπει και εμψυχώνει την προσπάθεια μεγάλων επιχειρήσεων τεχνολογικών και όχι μόνο, στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.

Το βιβλίο διαρθρώνεται ως μια σειρά δώδεκα ανοιχτών επιστολών που απευθύνει ο συγγραφέας στους δύο δισεκατομμυριούχους επιχειρηματίες και συνιδρυτές της Google , Λάρι Πέιτζ και Σεργκέι Μπριν. Αυτοί οι επιχειρηματίες μαζί με άλλους , κυρίως ιδιοκτήτες ή μεγαλομέτοχοι μεγάλων εταιριών τεχνολογιών αιχμής, αποτελούν τον πυρήνα των θιασωτών του ιμορταλισμού, ιδεολογία που έχει ως σύνθημα της το «θάνατο στο θάνατο». Η ιδεολογία αυτή σημαίνει πρακτικά ότι αυτοί οι επιχειρηματίες με επενδύσεις εκατομμυρίων φιλοδοξούν μέσα από την έρευνα στην τεχνολογία, την ιατρική, την γενετική και άλλες επιστήμες που σχετίζονται με την υπόσταση του ανθρώπου ως όντος βιολογικού, να παρατείνουν το προσδόκιμο ζωής του ανθρώπου κατά πολύ έτσι ώστε αυτός να καταστεί οιονεί ένα αθάνατο ον. Τα λόγια ενός εκπροσώπου αυτής της ιδεολογίας που παρατίθενται στο βιβλίο είναι ενδεικτικά αυτής της ιδεολογίας: «δεν θ’ ανεχτούμε άλλο την τυραννία του γήρατος και του θανάτου […] Θ’ αποφασίζουμε μόνοι μας πόσον καιρόν θα ζούμε». Ο ιμορταλισμός μαζί με τον τρανσουμανισμό [μεταφραστικές επιλογές του έλληνα μεταφραστή για του όρους immortalism και transhumanism] είναι αιχμή του δόρατος μια αντίληψης που στοχεύει στην υπέρβαση των ορίων για τον άνθρωπο, το γήρας και το θάνατο, καθώς και στη δυνατότητα του για συνεχή πειραματισμό πάνω στα όρια της φύσης του. Χαρακτηριστικοί είναι τίτλοι σχετικών βιβλίων που ανήκουν σε αυτή την αντίληψη και τα οποία αναφέρει ο συγγραφέας, παραδείγματος χάρη του Κέρζουελ (Ray Kurzweil) το 2005 με τίτλο The singularity is Near: When Humans Transcend Biology[H μοναδικότητα πλησιάζει: έρχεται η εποχή κατά την οποία ο άνθρωπος θα υπερβεί την βιολογία] , ή του L. Alexandre το 2011 με τίτλο La mort de la mort. Comment la technmédicine va bouleverser l’ humanité [ Ο θάνατος του θανάτου. Πως η τεχνοϊατρική θα τροποποιήσει εκ βάθρων την ανθρωπότητα]. Ακόμη και τα ονόματα των εταιρειών οι οποίες σχετίζονται με την επίμαχη υπέρβαση της θνητής ανθρώπινης φύσης είναι χαρακτηριστικά, παραδείγματος χάρη το όνομα της σχετικής εταιρείας των δύο συνιδρυτών της Google είναι Calico (California life Company).

O Νταμούρ μέσω της επιστολικής γραφής του φιλοδοξεί να περιγράψει και να ασκήσει κριτική στην ιδεολογία του ιμορταλισμού από την μία ενώ από την άλλη στοχάζεται για τη θέση του θανάτου στη σημερινή εποχή καθώς και για τη θνητότητα ως το ίδιον του ανθρώπου. Αυτό που θέλει να κάνει ξεκάθαρο στον αναγνώστη αυτό το βιβλίο είναι η θέση πως το φαινόμενο του ιμορταλισμού διαφέρει από μια νέα τέχνη του θνήσκειν [ars moriendi]. Τέχνη που αναζητεί ο σημερινός άνθρωπος σε μια εποχή που θα πρέπει να επινοήσει εκ νέου απαραίτητα έθιμα, λέξεις και φαντασιακό για την ώρα του θανάτου του δικού του αλλά και των αγαπημένων του προσώπων. Διαφέρει επίσης το φαινόμενο του ιμορταλισμού από την επίταση της λογικής μιας «κίβδηλης αυτονομίας» όπως λέει ο συγγραφέας, ήτοι μιας προσπάθειας να ρυθμίσουμε διάφορα ζητήματα (παραδείγματος χάρη τη ρύθμιση του ψηφιακού μας θανάτου μέσω της προσχεδιασμένης διαγραφής της σελίδας μας στο facebook) που σχετίζονται με τη διατήρηση της μεταθανάτιας αξιοπρέπειας μας, με όλη τη ματαιοπονία που αποδεικνύεται να εμπεριέχει αυτή η αυτονομία.

Ο συγγραφέας τονίζει ότι το φαινόμενο του ιμορταλισμού δεν είναι απλώς μια «ολοκληρωμένη εκδοχή της απόπειρας ελέγχου του θανάτου» αλλά ταυτίζεται με απόπειρα ριζικής αλλαγής της φύσης του θανάτου και με μια επιθυμία επέκτασης της κίβδηλης αυτονομίας του ανθρώπου και σε σχέση με τον ίδιο το θάνατο. Δηλαδή παντοδυναμία και έλεγχος του ανθρώπου και πάνω στον ίδιο του το θάνατο, να το ανθρωπολογικό όραμα του ιμορταλισμού, ανθρωπολογικό όραμα που συμβαδίζει με ένα οικονομικό και πολιτικό σχέδιο , μιας και καμιά ιδεολογία δεν είναι απλώς ένα ατομικό καπρίτσιο.

Επομένως στο βιβλίο αυτό ο αναγνώστης θα βρει την ανάπτυξη και την ανάλυση του περιεκτικού ορισμού αυτή της ιδεολογίας που διατυπώνει ο ίδιος ο συγγραφέας: «… ο ιμορταλισμός συνιστά μια παμπεριεκτική ιδεολογία, ταυτοχρόνως οικονομική και ανθρωπολογική. Στόχος του είναι η αύξηση των βιολογικών δυνατοτήτων του ανθρώπου και τα μέσα που χρησιμοποιεί για να τον πετύχει είναι οι νέες εφαρμογές της βιοτεχνολογίας. Υπάρχει όμως και κάτι ακόμα: η ανάπτυξη της συγκεκριμένης τεχνολογίας είναι δυνατή μόνο χάρις σε ιδιωτικές επιχειρήσεις, στο πλαίσιο μιας νεοφιλελεύθερης αντίληψης περί οικονομίας και μιας κουλτούρας που θα έχει αποδεχτεί το τέλος της θνητότητας» (σ. 80). Η ανάλυση επομένως δεν περιορίζεται στις ανθρωπολογικές διαστάσεις και τις συνέπειες ενός οράματος και τελικά ενός σχεδίου με συγκεκριμένα ιδιωτικά οικονομικά και επιστημονικά κεφάλαια αλλά προσπαθεί να φανταστεί και την πολιτική δυστοπία που μπορεί να βρίσκεται πίσω από τον ιμορταλισμό ήτοι «μια συλλογικής αυτοκτονία μέσω της τεχνολογικής προόδου, ένας ιατρικοποιημένος κι εξευγενισμένος μηδενισμός» (σ. 63).

Το βιβλίο του Νταμούρ όμως δεν είναι απλώς ένα βιβλίο πολεμικό ενάντια στο ιμορταλιστικό όνειρο των συνιδρυτών της Google και κριτικό απέναντι στις οικονομικές, επιστημονικές και τεχνολογικές θεωρίες και εφαρμογές που το συνοδεύουν. Στο επίκεντρο του βιβλίου βρίσκεται και ο φιλοσοφικός στοχασμός για το νόημα της θνητότητας και της αθανασίας για τη ζωή του ανθρώπου. Μάλιστα μια παραθεώρηση της πρώτης φαίνεται να αλλοιώνει ριζικά και το νόημα της δεύτερης σύμφωνα με το συγγραφέα. Αν η δίψα για ζωή και πέραν του τάφου, δηλαδή το αίτημα της αθανασίας, απομονωθεί από την εμπειρία της τρωτότητας μας, την εμπειρία της ανάγκης μας για σχέσεις αλληλεγγύης και αγάπης με τους άλλους που πηγάζει από την αδυναμία μας, δηλαδή απομονωθεί από την εμπειρία της θνητότητας μας, της περατότητας μας, τότε η αναμέτρηση με το θάνατο απλώς θα είναι μια εγωιστική επιδίωξη επιμήκυνσης των ορίων της βιολογικής ζωής εις το άπειρον, ένα φαύλο και ψευδές άπειρο όμως. Ενδιαφέρον επομένως έχει αυτό το βιβλίο και για τις σκέψεις του συγγραφέα πάνω στη σημασία που έχει η θνητότητα αλλά και τη σημασία που έχει η γέννηση ως δημιουργία και ανάδυση του νέου (έννοια που προέρχεται από της Χάνα Άρεντ) για την ανθρώπινη κατάσταση και για τις ανθρώπινες κοινωνίες εν γένει. Πάνω σε αυτές τις σκέψεις καλείται να αναρωτηθεί για τη σημασία του θανάτου και της θνητότητας και ο χριστιανός αναγνώστης που φέρει την πίστη στο αναστημένο Ιησού που «θανάτω θάνατον πατήσας» και δεν παύει να ελπίζει στο παύλειο «ἔσχατος ἐχθρὸς καταργεῖται ὁ θάνατος», Α΄ Κορ 15,26).

Δύο τελευταίες παρατηρήσεις εν κατακλείδι. Πρώτον το βιβλίο αυτό διαπιστώσαμε, διαβάζοντας το, ότι διαλέγεται γόνιμα με το τεύχος 147 της Σύναξης που ήταν αφιερωμένο στη σχέση ανθρωπολογίας και τεχνολογίας. Είναι ένα βιβλίο που αναμετριέται με πολλά από τα ερωτήματα που τέθηκαν σε εκείνο το τεύχος από τους συγγραφείς του.

Δεύτερον, η ανάγνωση του βιβλίου και ιδιαίτερα ο προκλητικός και παράδοξος τίτλος του Μακάριοι οι θνητοί γιατί είναι ακόμη ζωντανοί μας θύμισε τα λόγια ενός άλλου σημαντικού γάλλου συγγραφέα, του μυθιστοριογράφου Μισέλ Ουελμπέκ, που γράφει στο τελευταίο του βιβλίο περιγράφοντας την εμπειρία της θνητότητας για έναν ζωντανό: «Σου λείπει ένα ον και όλα είναι «ερημιά»… η αλήθεια είναι πως σου λείπει ένα μόνο ον και όλα είναι νεκρά, ο κόσμος είναι νεκρός και είσαι κι εσύ νεκρός… δεν αντλούσα καμιά ευχαρίστηση απ’ τη μοναξιά μου, ούτε από την ελεύθερη λειτουργία του πνεύματος μου, είχα ανάγκη από αγάπη». Αν επομένως κρύβεται μια μακαριότητα στη θνητότητα για μας τους ζωντανούς, αυτή είναι η συνειδητοποίηση της βαθύτερης ανάγκης μας και επιθυμίας μας, της ανάγκης μας και της επιθυμίας μας για αγάπη, αγάπη που χρήζει αθανασίας για να μην είναι η ερημία και η νεκρότητα η τελευταία λέξη της βιοτής μας.

Ρόμπερτ Λούις Στήβενσον – “Το Διαμάντι του Μαχαραγιά”

Ρόμπερτ Λούις Στήβενσον

Το Διαμάντι του Μαχαραγιά

Μετάφραση: Χάρης Τανταρούδας Παπασπύρου

Ιούλιος 2020

σελ. 144

τιμή: 11 ευρώ

ISBN: 978-618-83523-9-1

 

 

Στις τέσσερις ιστορίες που απαρτίζουν το Διαμάντι του Μαχαραγιά συναντάμε ξανά τον περιβόητο Βοημό πρίγκηπα Φλόριζελ, κεντρικό ήρωα της Λέσχης της αυτοκτονίας, που επανεμφανίζεται και στον Δυναμιτιστή. Αυτή τη φορά όμως, μέσα από την πένα του Στήβενσον ακολουθούμε την ξέφρενη πορεία ενός πολύτιμου και πολυθρύλητου πετραδιού, που αλλάζει χέρια σωρηδόν, ταξιδεύοντας με τους πιο αλλόκοτους και διασκεδαστικούς τρόπους. Οι ήρωες των ιστοριών –κλεπταποδόχοι, κατ’ ανάγκην καταχραστές ή επίδοξοι κάτοχοι του Διαμαντιού, όλοι με τον τρόπο τους τραγικές φιγούρες–, αναζητούν απεγνωσμένα λύτρωση στο προσωπικό τους δράμα. Κι έτσι οι περιπέτειες του πολυπόθητου πετραδιού στέκονται ως αφορμή για ν’ αποκαλυφθούν συζυγικά δράματα, μυστηριώδεις οικογενειακές σχέσεις και παράτολμες εγκληματικές ενέργειες. Ο δεινός αυτός παραμυθάς μάς προσφέρει εδώ ένα ακόμη εξαίσιο δείγμα της χιουμοριστικής του ανάγνωσης της πραγματικότητας.

Ζαν-Κλωντ Μισεά – “Το ομορφότερο γκολ ήταν μια πάσα”

Ζαν-Κλωντ Μισεά

Το ομορφότερο γκολ ήταν μια πάσα

Πρόλογος: Χρίστος Χαραλαμπόπουλος

Μετάφραση-Επίμετρο: Νίκος Ν. Μάλλιαρης

Ιούλιος 2020

σελ. 216

τιμή: 14 ευρώ

ISBN: 978-618-83523-8-4

 

Ταξιδεύοντας από το αριστοκρατικό dribble game του 19ου αιώνα στο passing game που υιοθέτησε η λαϊκή εργατική παράδοση, κι από το θεαματικό, επιθετικό παιχνίδι των ευρωπαϊκών ποδοσφαιρικών σχολών –που συνιστούσε προϊόν συλλογικής δημιουργίας– μέχρι το «ρεαλιστικό», φιλελεύθερο ποδόσφαιρο των ημερών μας, που αποθεώνει τα ατομικά κατορθώματα των ακριβοπληρωμένων βεντετών, ο Μισεά διερευνά τις πολιτικές και φιλοσοφικές διαστάσεις του λαοφιλούς αθλήματος. Μια πρωτότυπη και οξυδερκής ανάλυση γύρω από τη γενεαλογία του ποδοσφαίρου, αλλά και φόρος τιμής στον σπουδαίο συγγραφέα και λάτρη του, Εδουάρδο Γκαλεάνο.

«Είναι ακριβώς χάρις σε τούτη τη διαρκή ομαδική κίνηση που μπορεί κάθε παίκτης να δίνει τον καλύτερό του εαυτό και να ξεδιπλώνει την ατομική του δημιουργικότητα. Αν, για παράδειγμα, ο Λέο Μέσι θεωρείται σήμερα ως ο καλύτερος παίκτης του κόσμου, είναι, μεταξύ άλλων, κι επειδή μπορεί ανά πάσα στιγμή να βασίζεται στις πάσες ακριβείας του Τσάβι και του Ινιέστα – τους οποίους, αντιστοίχως, βοηθά ν’ αποφασίσουν αν και πού θα πασάρουν τη μπάλα ακριβώς επειδή τους τη ζητά με τον ιδανικότερο τρόπο. Πρόκειται για μια σύνοψη της ιδέας που αποτελεί θεμέλιο όχι μόνο του πρωταρχικού σοσιαλισμού μα και της κοινωνιολογικής σχολής του Εμίλ Ντυρκάιμ: όταν μια συλλογικότητα ή κοινωνική ομάδα πριμοδοτεί την αλληλοβοήθεια και την αλληλεγγύη, αντί για τον ανταγωνισμό και τον πόλεμο όλων εναντίων όλων, δημιουργούνται οι βέλτιστες συνθήκες για την προσωπική ολοκλήρωση κάθε μέλους της ομάδας. Ιδού τι ήθελε να τονίσει ο Ερίκ Καντονά με την περίφημη ατάκα που έδωσε ως απάντηση, όταν τον ρώτησαν για ποιο από τα πολλά του γκολ είναι περισσότερο περήφανος: “Τ’ ομορφότερο γκολ μου; Ήταν μια πάσα!”»

Ζαν-Κλωντ Μισεά

Ο Στέλιος Ελληνιάδης παρουσιάζει στο “Κόκκινο” το βιβλίο του Λούντβιχ Κλάγκες “Ο άνθρωπος και η γη”

Ο Στέλιος Ελληνιάδης παρουσιάζει στο ραδιοφωνικό σταθμό “Κόκκινο” το βιβλίο του Λούντβιχ Κλάγκες “Ο άνθρωπος και η γη”

Το κείμενο του Λούντβιχ Κλάγκες συντάσσεται το 1913 και αποτελεί, δίχως αμφιβολία, το πρώτο σύγχρονο οικολογικό μανιφέστο· διότι περιγράφει με ακρίβεια τις επιζήμιες συνέπειες που είχε ήδη αρχίσει να έχει η πρόσφατη, ακόμη τότε, βιομηχανική επανάσταση όχι μόνο στον έμβιο κόσμο και στο φυσικό περιβάλλον μα και στον ίδιο τον άνθρωπο. […] Ο Κλάγκες φρονεί πως ο τραγικός χαρακτήρας του Δυτικού ανθρώπου έγκειται στο ότι είναι ένα ον ξεριζωμένο, εφόσον έχουν διαρραγεί οι δεσμοί που τον συνέδεαν με τη μητέρα Γη. Υπάρχει, άραγε, σωτηρία για τούτον τον εκφυλισμένο μητροκτόνο; Είναι δυνατόν ν’ αποκατασταθεί ο σπασμένος του δεσμός με τη φύση;

«Η “πρόοδος” σαρώνει τη γη σαν λαίλαπα· όπου έχει κατακάψει τα πάντα, δεν ευδοκιμεί πλέον τίποτα, για όσον καιρό υπάρχουν ακόμα άνθρωποι! Όσα είδη ζώων και φυτών έχουν εξολοθρευθεί, δεν ανανεώνονται· η μύχια φλόγα της καρδιάς έχει σβήσει, η εσωτερική πηγή που τροφοδοτούσε τη μουσική άνθηση και τις ιερές γιορτές έχει αποστραγγιστεί· το μόνο που απομένει είναι μονάχα η σκυθρωπή εργάσιμη μέρα διακοσμημένη με τα μπιχλιμπίδια θορυβωδών “απολαύσεων”. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι βρισκόμαστε στην εποχή της παρακμής της ψυχής».

 

Για το βιβλίο “Μακάριοι οι θνητοί”

Του Νίκου Μανωλόπουλου (περιοδικό Σύναξη)

 

Σε ένα από τα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου Μακάριοι οι θνητοί, γιατί είναι ακόμα ζωντανοί, ο συγγραφέας του Φρανκ Νταμούρ μάς θυμίζει μια εμβληματική σκηνή από τη ταινία του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν Έβδομη σφραγίδα, τη σκηνή που δίπλα στη θάλασσα ο Χάρος παίζει μια παρτίδα σκάκι με τον ιππότη Αντώνιο Μπλοκ. Στην ταινία η δύναμη και το νόημα της σκηνής, σύμφωνα με τον Νταμούρ, βρίσκεται στο γεγονός ότι την τελευταία κίνηση, που επιφέρει το ρουά ματ, την κάνει ο Χάρος, υπενθυμίζοντας με μεταφορικό τρόπο ότι ο θάνατος είναι η μοίρα του ανθρώπου. Όμως ο συγγραφέας μας καλεί να φανταστούμε μια ανατροπή αυτής της σκηνής, που ο ιππότης Αντώνιος Μπλοκ θα κάνει την τελευταία και τελική κίνηση, το ρουά ματ. Αυτή η ανατροπή είναι σήμερα ο στόχος όχι μιας θρησκείας, όπως παραδείγματος χάρη της χριστιανικής που κηρύττει ανάσταση νεκρών και άρα τη μη παντοδυναμία του θανάτου, ούτε μιας φιλοσοφίας όπως η πλατωνική που μιλάει για την αθανασία της ψυχής, αλλά μιας ιδεολογίας που ο συγγραφέας ονομάζει ιμορταλισμό και διέπει και εμψυχώνει την προσπάθεια μεγάλων επιχειρήσεων τεχνολογικών και όχι μόνο, στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.

Το βιβλίο διαρθρώνεται ως μια σειρά δώδεκα ανοιχτών επιστολών που απευθύνει ο συγγραφέας στους δύο δισεκατομμυριούχους επιχειρηματίες και συνιδρυτές της Google , Λάρι Πέιτζ και Σεργκέι Μπριν. Αυτοί οι επιχειρηματίες μαζί με άλλους , κυρίως ιδιοκτήτες ή μεγαλομέτοχοι μεγάλων εταιριών τεχνολογιών αιχμής, αποτελούν τον πυρήνα των θιασωτών του ιμορταλισμού, ιδεολογία που έχει ως σύνθημα της το «θάνατο στο θάνατο». Η ιδεολογία αυτή σημαίνει πρακτικά ότι αυτοί οι επιχειρηματίες με επενδύσεις εκατομμυρίων φιλοδοξούν μέσα από την έρευνα στην τεχνολογία, την ιατρική, την γενετική και άλλες επιστήμες που σχετίζονται με την υπόσταση του ανθρώπου ως όντος βιολογικού, να παρατείνουν το προσδόκιμο ζωής του ανθρώπου κατά πολύ έτσι ώστε αυτός να καταστεί οιονεί ένα αθάνατο ον. Τα λόγια ενός εκπροσώπου αυτής της ιδεολογίας που παρατίθενται στο βιβλίο είναι ενδεικτικά αυτής της ιδεολογίας: «δεν θ’ ανεχτούμε άλλο την τυραννία του γήρατος και του θανάτου […] Θ’ αποφασίζουμε μόνοι μας πόσον καιρόν θα ζούμε». Ο ιμορταλισμός μαζί με τον τρανσουμανισμό [μεταφραστικές επιλογές του έλληνα μεταφραστή για του όρους immortalism και transhumanism] είναι αιχμή του δόρατος μια αντίληψης που στοχεύει στην υπέρβαση των ορίων για τον άνθρωπο, το γήρας και το θάνατο, καθώς και στη δυνατότητα του για συνεχή πειραματισμό πάνω στα όρια της φύσης του. Χαρακτηριστικοί είναι τίτλοι σχετικών βιβλίων που ανήκουν σε αυτή την αντίληψη και τα οποία αναφέρει ο συγγραφέας, παραδείγματος χάρη του Κέρζουελ (Ray Kurzweil) το 2005 με τίτλο The singularity is Near: When Humans Transcend Biology[H μοναδικότητα πλησιάζει: έρχεται η εποχή κατά την οποία ο άνθρωπος θα υπερβεί την βιολογία] , ή του L. Alexandre το 2011 με τίτλο La mort de la mort. Comment la technmédicine va bouleverser l’ humanité [ Ο θάνατος του θανάτου. Πως η τεχνοϊατρική θα τροποποιήσει εκ βάθρων την ανθρωπότητα]. Ακόμη και τα ονόματα των εταιρειών οι οποίες σχετίζονται με την επίμαχη υπέρβαση της θνητής ανθρώπινης φύσης είναι χαρακτηριστικά, παραδείγματος χάρη το όνομα της σχετικής εταιρείας των δύο συνιδρυτών της Google είναι Calico (California life Company).

O Νταμούρ μέσω της επιστολικής γραφής του φιλοδοξεί να περιγράψει και να ασκήσει κριτική στην ιδεολογία του ιμορταλισμού από την μία ενώ από την άλλη στοχάζεται για τη θέση του θανάτου στη σημερινή εποχή καθώς και για τη θνητότητα ως το ίδιον του ανθρώπου. Αυτό που θέλει να κάνει ξεκάθαρο στον αναγνώστη αυτό το βιβλίο είναι η θέση πως το φαινόμενο του ιμορταλισμού διαφέρει από μια νέα τέχνη του θνήσκειν [ars moriendi]. Τέχνη που αναζητεί ο σημερινός άνθρωπος σε μια εποχή που θα πρέπει να επινοήσει εκ νέου απαραίτητα έθιμα, λέξεις και φαντασιακό για την ώρα του θανάτου του δικού του αλλά και των αγαπημένων του προσώπων. Διαφέρει επίσης το φαινόμενο του ιμορταλισμού από την επίταση της λογικής μιας «κίβδηλης αυτονομίας» όπως λέει ο συγγραφέας, ήτοι μιας προσπάθειας να ρυθμίσουμε διάφορα ζητήματα (παραδείγματος χάρη τη ρύθμιση του ψηφιακού μας θανάτου μέσω της προσχεδιασμένης διαγραφής της σελίδας μας στο facebook) που σχετίζονται με τη διατήρηση της μεταθανάτιας αξιοπρέπειας μας, με όλη τη ματαιοπονία που αποδεικνύεται να εμπεριέχει αυτή η αυτονομία.

Ο συγγραφέας τονίζει ότι το φαινόμενο του ιμορταλισμού δεν είναι απλώς μια «ολοκληρωμένη εκδοχή της απόπειρας ελέγχου του θανάτου» αλλά ταυτίζεται με απόπειρα ριζικής αλλαγής της φύσης του θανάτου και με μια επιθυμία επέκτασης της κίβδηλης αυτονομίας του ανθρώπου και σε σχέση με τον ίδιο το θάνατο. Δηλαδή παντοδυναμία και έλεγχος του ανθρώπου και πάνω στον ίδιο του το θάνατο, να το ανθρωπολογικό όραμα του ιμορταλισμού, ανθρωπολογικό όραμα που συμβαδίζει με ένα οικονομικό και πολιτικό σχέδιο, μιας και καμιά ιδεολογία δεν είναι απλώς ένα ατομικό καπρίτσιο.

Επομένως στο βιβλίο αυτό ο αναγνώστης θα βρει την ανάπτυξη και την ανάλυση του περιεκτικού ορισμού αυτή της ιδεολογίας που διατυπώνει ο ίδιος ο συγγραφέας: «… ο ιμορταλισμός συνιστά μια παμπεριεκτική ιδεολογία, ταυτοχρόνως οικονομική και ανθρωπολογική. Στόχος του είναι η αύξηση των βιολογικών δυνατοτήτων του ανθρώπου και τα μέσα που χρησιμοποιεί για να τον πετύχει είναι οι νέες εφαρμογές της βιοτεχνολογίας. Υπάρχει όμως και κάτι ακόμα: η ανάπτυξη της συγκεκριμένης τεχνολογίας είναι δυνατή μόνο χάρις σε ιδιωτικές επιχειρήσεις, στο πλαίσιο μιας νεοφιλελεύθερης αντίληψης περί οικονομίας και μιας κουλτούρας που θα έχει αποδεχτεί το τέλος της θνητότητας» (σ. 80). Η ανάλυση επομένως δεν περιορίζεται στις ανθρωπολογικές διαστάσεις και τις συνέπειες ενός οράματος και τελικά ενός σχεδίου με συγκεκριμένα ιδιωτικά οικονομικά και επιστημονικά κεφάλαια αλλά προσπαθεί να φανταστεί και την πολιτική δυστοπία που μπορεί να βρίσκεται πίσω από τον ιμορταλισμό ήτοι «μια συλλογικής αυτοκτονία μέσω της τεχνολογικής προόδου, ένας ιατρικοποιημένος κι εξευγενισμένος μηδενισμός» (σ. 63).

Το βιβλίο του Νταμούρ όμως δεν είναι απλώς ένα βιβλίο πολεμικό ενάντια στο ιμορταλιστικό όνειρο των συνιδρυτών της Google και κριτικό απέναντι στις οικονομικές, επιστημονικές και τεχνολογικές θεωρίες και εφαρμογές που το συνοδεύουν. Στο επίκεντρο του βιβλίου βρίσκεται και ο φιλοσοφικός στοχασμός για το νόημα της θνητότητας και της αθανασίας για τη ζωή του ανθρώπου. Μάλιστα μια παραθεώρηση της πρώτης φαίνεται να αλλοιώνει ριζικά και το νόημα της δεύτερης σύμφωνα με το συγγραφέα. Αν η δίψα για ζωή και πέραν του τάφου, δηλαδή το αίτημα της αθανασίας, απομονωθεί από την εμπειρία της τρωτότητας μας, την εμπειρία της ανάγκης μας για σχέσεις αλληλεγγύης και αγάπης με τους άλλους που πηγάζει από την αδυναμία μας, δηλαδή απομονωθεί από την εμπειρία της θνητότητας μας, της περατότητας μας, τότε η αναμέτρηση με το θάνατο απλώς θα είναι μια εγωιστική επιδίωξη επιμήκυνσης των ορίων της βιολογικής ζωής εις το άπειρον, ένα φαύλο και ψευδές άπειρο όμως. Ενδιαφέρον επομένως έχει αυτό το βιβλίο και για τις σκέψεις του συγγραφέα πάνω στη σημασία που έχει η θνητότητα αλλά και τη σημασία που έχει η γέννηση ως δημιουργία και ανάδυση του νέου (έννοια που προέρχεται από της Χάνα Άρεντ) για την ανθρώπινη κατάσταση και για τις ανθρώπινες κοινωνίες εν γένει. Πάνω σε αυτές τις σκέψεις καλείται να αναρωτηθεί για τη σημασία του θανάτου και της θνητότητας και ο χριστιανός αναγνώστης που φέρει την πίστη στο αναστημένο Ιησού που «θανάτω θάνατον πατήσας» και δεν παύει να ελπίζει στο παύλειο «ἔσχατος ἐχθρὸς καταργεῖται ὁ θάνατος», Α΄ Κορ 15,26).

Δύο τελευταίες παρατηρήσεις εν κατακλείδι. Πρώτον το βιβλίο αυτό διαπιστώσαμε, διαβάζοντας το, ότι διαλέγεται γόνιμα με το τεύχος 147 της Σύναξης που ήταν αφιερωμένο στη σχέση ανθρωπολογίας και τεχνολογίας. Είναι ένα βιβλίο που αναμετριέται με πολλά από τα ερωτήματα που τέθηκαν σε εκείνο το τεύχος από τους συγγραφείς του.

Δεύτερον, η ανάγνωση του βιβλίου και ιδιαίτερα ο προκλητικός και παράδοξος τίτλος του Μακάριοι οι θνητοί γιατί είναι ακόμη ζωντανοί μας θύμισε τα λόγια ενός άλλου σημαντικού γάλλου συγγραφέα, του μυθιστοριογράφου Μισέλ Ουελμπέκ, που γράφει στο τελευταίο του βιβλίο περιγράφοντας την εμπειρία της θνητότητας για έναν ζωντανό: «Σου λείπει ένα ον και όλα είναι «ερημιά»… η αλήθεια είναι πως σου λείπει ένα μόνο ον και όλα είναι νεκρά, ο κόσμος είναι νεκρός και είσαι κι εσύ νεκρός… δεν αντλούσα καμιά ευχαρίστηση απ’ τη μοναξιά μου, ούτε από την ελεύθερη λειτουργία του πνεύματος μου, είχα ανάγκη από αγάπη». Αν επομένως κρύβεται μια μακαριότητα στη θνητότητα για μας τους ζωντανούς, αυτή είναι η συνειδητοποίηση της βαθύτερης ανάγκης μας και επιθυμίας μας, της ανάγκης μας και της επιθυμίας μας για αγάπη, αγάπη που χρήζει αθανασίας για να μην είναι η ερημία και η νεκρότητα η τελευταία λέξη της βιοτής μας.

Λούντβιχ Κλάγκες – Ο άνθρωπος και η γη

Λούντβιχ Κλάγκες

Ο άνθρωπος και η γη

Μετάφραση: Γιώργος Στεφανίδης

Επίμετρο: Ζιλμπέρ Μερλιό

Μάιος 2020

σελ. 80

τιμή: 8 ευρώ

ISBN: 978-618-83523-7-7

 

Το κείμενο του Λούντβιχ Κλάγκες συντάσσεται το 1913 και αποτελεί, δίχως αμφιβολία, το πρώτο σύγχρονο οικολογικό μανιφέστο· διότι περιγράφει με ακρίβεια τις επιζήμιες συνέπειες που είχε ήδη αρχίσει να έχει η πρόσφατη, ακόμη τότε, βιομηχανική επανάσταση όχι μόνο στον έμβιο κόσμο και στο φυσικό περιβάλλον μα και στον ίδιο τον άνθρωπο. […] Ο Κλάγκες φρονεί πως ο τραγικός χαρακτήρας του Δυτικού ανθρώπου έγκειται στο ότι είναι ένα ον ξεριζωμένο, εφόσον έχουν διαρραγεί οι δεσμοί που τον συνέδεαν με τη μητέρα Γη. Υπάρχει, άραγε, σωτηρία για τούτον τον εκφυλισμένο μητροκτόνο; Είναι δυνατόν ν’ αποκατασταθεί ο σπασμένος του δεσμός με τη φύση;

«Η “πρόοδος” σαρώνει τη γη σαν λαίλαπα· όπου έχει κατακάψει τα πάντα, δεν ευδοκιμεί πλέον τίποτα, για όσον καιρό υπάρχουν ακόμα άνθρωποι! Όσα είδη ζώων και φυτών έχουν εξολοθρευθεί, δεν ανανεώνονται· η μύχια φλόγα της καρδιάς έχει σβήσει, η εσωτερική πηγή που τροφοδοτούσε τη μουσική άνθηση και τις ιερές γιορτές έχει αποστραγγιστεί· το μόνο που απομένει είναι μονάχα η σκυθρωπή εργάσιμη μέρα διακοσμημένη με τα μπιχλιμπίδια θορυβωδών “απολαύσεων”. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι βρισκόμαστε στην εποχή της παρακμής της ψυχής».

Λούντβιχ Κλάγκες

 

 

Μη ζητάς αθανασία…

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΕΡΤΙΚΑ

(Δημοσιεύτηκε στο ένθετο “Αναγνώσεις“)

 

Υπάρχει μόνο μία ηδονή: να είσαι ζωντανός. Όλες οι άλλες είναι βάσανο.

Ο θάνατος είναι ανάπαυση, αλλά η σκέψη του θανάτου ταράζει κάθε ανάπαυση.

Τσέζαρε Παβέζε

Εάν πιστέψουμε στην ψυχανάλυση, ένας οικείος τρόπος για να εκδηλώσουμε τους απωθημένους φόβους της παιδικής ηλικίας, και κυρίως τον φόβο του θανάτου, είναι κάποιες «ασήμαντες» φοβίες, όπως η αγοραφοβία, η αραχνοφοβία, και πάει λέγοντας. Ένας πιο εξεζητημένος τρόπος είναι να φανταστούμε ότι είμαστε αθάνατοι. Όταν αυτή η (παιδιάστικη) ονειροφαντασία μετατρέπεται σε ατομική ψευδαίσθηση, σε ιδεολογία, με ισχυρές αξιώσεις πραγμάτωσης, τότε έχουμε να κάνουμε με μια μείζονα πρόκληση εκ μέρους των «άλογων τεχνολόγων», και των «άσοφων σοφών» της φυλλοροούσας νέας τάξης. Αναφέρομαι βέβαια στους προπαγανδιστές και χρηματοοικονομικούς επενδυτές της ιδεολογίας του ιμμορταλισμού –στους ιδρυτές της μηχανής αναζήτησης του google– που έβαλαν για σκοπό τους την αύξηση του προσδόκιμου ζωής ίσαμε και τα τριακόσια χρόνια: μέσω των τεχνολογικών επιτευγμάτων της ιατρικής (μεταμοσχεύσεις τεχνητών οργάνων, πλαστική χειρουργική, νέες θεραπείες κ.λπ.) αποβλέπουν όχι απλώς στην επέκταση του προσδόκιμου ζωής μα στην πραγμάτωση του φαουστικού ονείρου μιας αιώνιας νεότητας.

Αυτούς τους παλαβούς και την ατομιστική-ελιτίστικη παλαβομάρα τους κατακεραυνώνει ο Φρανκ Νταμούρ με μια σειρά επιστολών του. Έστω κι αν εν μέσω της πανδημίας του COVID-19 ο τίτλος του βιβλίου του, Μακάριοι οι θνητοί γιατί είναι ακόμη ζωντανοί, ακούγεται μακάβρια διαλεκτικός, θα πρέπει να τον δούμε όχι στην αντίθεσή του με το ποιητικό όραμα μα με βάση μια πολιτική, εκείνη της αιώνιας νεότητας, σαν αποκορύφωμα της φιλελεύθερης ουτοπίας. Οι πολιτικές γενικά δεν είναι γόνος των ονειροπόλων ποιητών αλλά των παλαβών, που κάνουν πράξη τις ονειροφαντασίες (πατούν επί πτωμάτων), φτιάχνουν φοβερές μηχανές όπως το κράτος-λεβιάθαν, οι αυτοκρατορίες, οι «οργανικές ενώσεις» τύπου Φρανγκεστάιν.

Εάν δεν θέλουμε να γίνουμε (βιο)ηθικολόγοι του συρμού θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι τέτοιας λογής πολιτικές έχουν το διπλό πρόσωπο του Ιανού. Ας πάρουμε για παράδειγμα το κατ’ εξοχήν μοντέρνο δημιούργημα της πολιτικής, το κράτος-λεβιάθαν. Αυτός ο τεχνητός θεός έθεσε ένα τέλος στους θρησκευτικούς πολέμους που αιματοκυλούσαν την Ευρώπη στο όνομα χριστιανικών δογμάτων για την αιώνια ζωή. Ο Τόμας Χομπς μας λέει ότι ο ιδρυτικός μύθος, οι βάσεις του κράτους-λεβιάθαν, είναι ο φόβος του θανάτου: στη φυσική κατάσταση δεσπόζει ο πόλεμος όλων εναντίον όλων και η ανθρώπινη ζωή βρίσκεται διαρκώς σε θανάσιμο κίνδυνο· οι άνθρωποι παραδίδουν τη φυσική ελευθερία τους στον κυρίαρχο κι αυτός τους εξασφαλίζει γαλήνη κι ασφάλεια, μακροβιότητα. Για να περιοριστούμε στον δυτικό κόσμο, στη διάρκεια των τελευταίων αιώνων τουλάχιστον οι εσωτερικές πολιτικές του κράτους παρείχαν στους πολίτες του (ή στους υπηκόους) όχι μόνο γαλήνη κι ασφάλεια μα και μια σειρά υπηρεσιών που αύξησαν το προσδόκιμο ζωής, το διπλασίασαν σε σχέση με δυο αιώνες πριν. Σ’ αυτή τη συνάφεια ο θάνατος εξημερώθηκε, για να χρησιμοποιήσω μια έκφραση του Φιλίπ Αριές, καθώς τον ανέλαβαν εξειδικευμένες υπηρεσίες με κύριο μοχλό τις υγειονομικές· κατ’ ουσία ο θάνατος εξαφανίστηκε από το προσκήνιο της κοινωνικής ζωής. Η ίδια η ανθρώπινη αξιοπρέπεια εξαρτάται πλέον σε μεγάλο βαθμό από την πρόσβαση σε τέτοιας λογής υπηρεσίες. Γι’ αυτό και στις μέρες της πανδημίας του COVID-19, με τη βίαιη επανεμφάνιση του θανάτου επί σκηνής, ό,τι εξελέγχεται στις ασκούμενες πολιτικές δεν σχετίζεται τόσο με τη ζωή καθαυτή μα με την αξιοπρέπεια της ανθρώπινης ζωής.

Στην μοντέρνα υγειονομική γλώσσα υπάρχει η ουδέτερη, εκκοσμικευμένη και ψυχρή έκφραση «ο ασθενής κατέληξε», πράγμα που υποδηλοί ένα τελικό αίτιο, ένα φυσιολογικό τέλος του ανθρώπου, ένα είναι-προς-θάνατο· τέτοιες λεκτικές εκφράσεις συνυπάρχουν με άλλες προμοντέρνες μα βαθιά ριζωμένες εκφράσεις όπως «χάσαμε τον άνθρωπό μας» ή «έφυγε», δηλώνοντας έτσι την θρησκευτική πίστη στη μετοίκηση του ανθρώπου σ’ έναν άλλο κόσμο αιώνιας ζωής. Θα χρειαζόταν πολύ μελάνι για να καταγράψουμε και μόνο πώς οι λόγιοι προσέγγισαν τον θάνατο και προσπάθησαν να τον εκλογικεύσουν δίνοντας άλλη βαρύτητα στην εκφορά του λόγου. Από τον πλατωνικό Σωκράτη γνωρίζουμε ήδη πως η α-λήθεια της φιλοσοφίας είναι μια άσκηση θανάτου, μια προετοιμασία για τη μετά θάνατο άνοδο στον ακίνητο κι αιώνιο κόσμο των ιδεών· κι αυτή η αναζήτηση, η προετοιμασία για ένα γαλήνιο θάνατο, είναι εν πολλοίς ο πυρήνας του φιλοσοφικού φαντασιακού. Ωστόσο, εάν θέλουμε ν’ ανακαλύψουμε τεκμήρια για αναλογίες με τη συγκυρία χρειάζεται να ανατρέξουμε στον πλούτο της λογοτεχνίας. Ας θυμηθούμε τον Δράκουλα του Στόκερ, τη σαγηνευτική φιγούρα του Νοσφεράτου όπως αποτυπώθηκε εξπρεσιονιστικά στον κινηματογράφο από τον Μουρνάου, και τέλος τις χολυγουντιανές εκδοχές του· εκεί θα βρούμε όλα τα αρχετυπικά σύμβολα και εικόνες (ο Νοσφεράτου σπέρνει το θανατικό στη Βρέμη) που ταιριάζουν σαν γάντι στον ιμμορταλισμό και στην πανδημία, στις δυο όψεις του ίδιου νομίσματος…

Μα κι Φρανκ Νταμούρ έχει στο πίσω μέρος του κεφαλιού μια ξεκάθαρη ιδέα περί θανάτου. Εξηγούμαι: η αιώνια ζωή ή ακριβέστερα η αιώνια νεότητα των ιμμορταλιστών είναι ακινησία· εδώ δεν υπάρχει ανάγκη για κάτι ενδιαφέρον να γραφτεί, να ζωγραφιστεί ή να εξυμνηθεί· η θνητή ζωή, από την άλλη, είναι κίνηση, γίγνεσθαι, διαδοχή γενεών, πολιτισμών. Το γεγονός πως είμαστε θνητοί μας εισάγει στον χρόνο, κι ο χρόνος είναι ιστορία. Το τέλος της ιστορίας είναι και το τέλος του χρόνου, του ίδιου του ανθρώπου. Και το τέλος του ανθρώπου είναι ένα ακόμη «μετά», ο μετάνθρωπος των ιμμορταλιστών. Κοντολογίς, το τέλος της ιστορίας που διέβλεψε ο Φουκουγιάμα είναι το αφήγημα αυτής της φιλελεύθερης πολιτικής θεολογίας.

Η Χάννα Άρεντ απέρριψε την εβραϊκή θεολογία της Βίβλου για τον θάνατο και την αιώνια ζωή («και προσετέθη στον λαό του») και αντ’ αυτού στράφηκε στην αρχαία Ελλάδα. Εκεί, στον δημόσιο βίο των αρχαίων Ελλήνων ανακάλυψε την αθανασία, όταν οι πολίτες με λόγια και έργα γίνονται αθάνατοι χάρη στη σταθερή ύπαρξη του δημόσιου τόπου (της αγοράς). Η ίδια όμως είχε τη διορατικότητα να δει στις σύγχρονες κοινωνίες την παρακμή του δημόσιου προσώπου και την κατίσχυση της ιδιώτευσης. Η ακραία κατάσταση της πανδημίας, κατέδειξε τα όρια μα και τη γενίκευση της ιδιώτευσης, της συρρίκνωσης του κόσμου όλου μέσα στα τετραγωνικά ενός διαμερίσματος. Εκεί η τηλεόραση, η μηχανή της google και πλήθος άλλων γκάτζετ αναπληρώνουν τον κόσμο, και τον συρρικνώνουν όσο πιο πολύ γίνεται. Υπό μία έννοια αυξάνουν το προσδόκιμο ζωής, αφού έργα, μουσεία, πόλεις και χώρες, βιβλία, και πάει λέγοντας, που θα απαιτούσαν τεράστια δαπάνη χρόνου για να τα προσεγγίσει κανείς είναι μπροστά του με το πάτημα ενός πλήκτρου· συνάμα οι αναρτήσεις του φέισ-μπουκ και των συμπαρομαρτούντων δίνουν τη δυνατότητα στον καθένα να εκφράζει κανείς ανέξοδα τις μελλοντικές προσδοκίες του. Σ’ αυτή τη συνάφεια η μοναχικότητα της ζωής και του θανάτου αποκτούν μια άλλη ένταση, αναδεικνύουν μια μεταμοντέρνα παθολογία, καθώς η τυραννία της ιδιώτευσης φαίνεται να συμβαδίζει με την ανάφλεξη πολιτικών τυραννιών που στηρίζονται στην εικόνα του Πατέρα.

Εν πάση περιπτώσει, γεγονός είναι ότι η ακραία κατάσταση της πανδημίας επιτάχυνε κι ανέδειξε εξελίξεις στη σφαίρα του μάκρο και του μίκρο ορατές δια γυμνού οφθαλμού. Πρόκειται για γεωπολιτικές εξελίξεις, κοινωνικές, πολιτισμικές, που στο επόμενο διάστημα θα τις βρούμε μπροστά μας. Σε γενικές γραμμές δεν θα πέφταμε έξω αν λέγαμε πως για μια μειονότητα του αναπτυγμένου δυτικού κόσμου η διέξοδος επαφίεται στο κράτος, στις υπηρεσίες του και σε εκκοσμικευμένες πολιτικές θεολογίες τύπου ιμμορταλισμού ή των αντιπάλων του. Για την πλειονότητα της ανθρωπότητας όμως η θρησκευτική πίστη και η πολιτική θεολογία της είναι το μόνο ορατό πέπλο παρηγοριάς (το μόνο όπιο που διαθέτει) με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Ο εικοστός αιώνας τέλειωσε με τη διάψευση της κομμουνιστικής ουτοπίας και καταπώς φαίνεται στις μέρες μας ο εικοστός πρώτος ετοιμάζεται να δει την κατάρρευση της φιλελεύθερης ουτοπίας.