ΖΑΝ-ΚΛΩΝΤ ΓΚΙΓΙΕΜΠΟ – ΕΝΑ «ΑΘΩΟ ΕΓΚΛΗΜΑ»

(Πρόλογος του βιβλίου “Μακάριοι οι θνητοί, γιατί είναι ακόμη ζωντανοί“)

Η ιδιαίτερη αξία των δεκατριών επιστολών του Φρανκ Νταμούρ προς τους «τρελούς επιστήμονες» της εποχής μας έγκειται στο γεγονός πως, με χιούμορ κι ευρυμάθεια, ο συγγραφέας αποπειράται να πείσει τους παραλήπτες τους να αναβάλουν τον φόνο του ανθρώπου. Ας ξεκαθαρίσουμε όμως περί τίνος πρόκειται. Οι «τρελοί επιστήμονες» περί ων ο λόγος είναι δυο επιτυχημένοι επιχειρηματίες, φανατικοί λάτρεις των τεσσάρων τεχνολογιών αιχμής που δηλώνουμε στα αγγλικά με το ακρωνύμιο NBIC: νανοτεχνολογία, βιοτεχνολογία, πληροφορική και γνωστικές επιστήμες. Οι επιχειρηματίες αυτοί ίδρυσαν την Google κι έκτοτε έχουν γίνει δισεκατομμυριούχοι.

Στόχος τους είναι η βελτίωση του ανθρώπινου όντος και για τον σκοπό αυτό προσέλαβαν και προώθησαν στελέχη από τους κόλπους των Αμερικανών επιστημόνων που συνηθίζουμε ν’ αποκαλούμε τεχνο-προφήτες. Ταυτοχρόνως συνέβαλαν στην ανάδυση, την διάδοση και την ενίσχυση του τρανσουμανισμού, διαθέτοντας σχεδόν απεριόριστους πόρους[1]. Το συγκεκριμένο πρόταγμα, που θα του άρμοζε περισσότερο ο χαρακτηρισμός «ιδεολογία», έχει για σκοπό του την υπέρβαση της παραδοσιακής ανθρώπινης κατάστασης, με τις ατέλειες, τα όρια και την ευθραυστότητά της. Ο «βελτιωμένος άνθρωπος» που φαντασιώνονται, μεταμορφωμένος καθώς θα ‘ναι χάρις σε παντοειδή τεχνολογικά εμφυτεύματα, θ’ αφήσει έτη φωτός πίσω του τα αρχαϊκά ανθρώπινα όντα σαν και του λόγου μας[2].

Έσχατος προορισμός τούτης της ανα-δημιουργίας του ανθρώπου θεωρείται η αθανασία, η οποία είναι, κατά την άποψή τους, εφικτή. Μας διαβεβαιώνουν λοιπόν ότι, χάρις στην τεχνολογία, θα μπορέσουμε σύντομα ν’ απελευθερωθούμε από την περατότητα. Εξ ου και τούτη η νέα ιδεολογική φρενίτιδα που πλήττει σιγά σιγά τον πλανήτη, σαν τυφώνας, υποσχόμενη την έλευση ενός «νέου ανθρώπου». Δεν είναι φυσικά η πρώτη φορά που αναγγέλλεται ο νέος άνθρωπος. Αρκεί ν’ αναλογιστούμε τις πρόσφατες σχετικές διακηρύξεις των δύο ολοκληρωτισμών που αιματοκύλησαν από κοινού τον 20ό αιώνα, του σταλινισμού και του ναζισμού.

Ωστόσο, αν δικαιολογούμαστε σήμερα να νιώθουμε έναν ιδιαίτερο τρόμο μπρος σ’ αυτή την τρέλα, είναι επειδή διαδίδεται υπογείως. Ντυμένη με το κύρος της γνώσης και παρέχοντάς μας δείγματα (υποτιθέμενης) επιστημονικότητας, κομίζει μια μάλλον χαρίεσσα «υπόσχεση», που δύσκολα θ’ απέρριπτε κανείς: την αθανασία. Θ’ αρνιόταν άραγε κανείς τη δυνατότητα να αποφύγει κάποτε τον θάνατο; Σήμερα η υπόσχεσή αυτή φαντάζει πολύ πιο θελκτική από τις διακηρύξεις του σταλινισμού για το «λαμπερό μέλλον του κομουνισμού» και το «αύριο που τραγουδά»[3]. Μαρτυρούν γι’ αυτή την ιδιαίτερη έλξη όχι μόνον ο αστόχαστος ενθουσιασμός των ΜΜΕ, μα κι η αμηχανία πολλών επιστημόνων όπως κι η φοβισμένη σιωπή της πλειονότητας των φιλοσόφων. Στην πραγματικότητα, βέβαια, πίσω από τούτη την επιστημονικοφανή μανία βρίσκεται κάτι που μοιάζει με πρόληψη, ασχέτως αν δεν γίνεται αντιληπτό ως τέτοιο: πρόκειται για την τρομακτική επιθυμία οικοδόμησης ενός κόσμου δίχως θάνατο, ενός κόσμου ο οποίος θα ‘χει απελάσει την «τραγική μας περατότητα».

Εντούτοις, δεν αρκεί να δούμε τούτη την «ιμορταλιστική [immortaliste]» σκέψη ως μια από τις διάφορες παθολογίες της νόησης στις οποίες συχνά υποπίπτουν οι τρελοί επιστήμονες κάθε εποχής[4]. Αντιθέτως, είναι φορέας ενός παράδοξου δολοφονικού σχεδίου. Δεδομένου πως η περατότητα συνιστά τον ορισμό της ίδιας της ανθρώπινης κατάστασης, επιθυμώντας κανείς να καταστήσει τον άνθρωπο αθάνατο, στην πραγματικότητα προβαίνει στην τέλεση αυτού που ο νομικός και ψυχαναλυτής Pierre Legendre αποκαλεί «αθώο έγκλημα».

Αν την εξετάσουμε υπό μια ανθρωπολογική σκοπιά, η περατότητα –δηλαδή ο θάνατος– όχι μόνο δεν ­­­αποτελεί κάποια ατυχή «ατέλεια» της ανθρώπινης κατάστασης, αλλά την ορίζει, αντιθέτως, ως προς την ολότητά της. Ανήκουμε στο ανθρώπινο είδος, ακριβώς επειδή είμαστε θνητοί. Όλοι οι αρχαιοελληνικοί μύθοι υπογραμμίζουν αυτή την οντολογική διαφορά ανάμεσα στους ανθρώπους και στους θεούς. Γι’ αυτό και στην αρχαιοελληνική μυθολογία όποτε κάποιος θεός ζευγαρώνει μ’ έναν θνητό, δεν το κάνει για να εξασφαλίσει τη διαδοχή του –μιας κι είναι αθάνατος–, αλλά για ν’ αποκτήσει πρόσβαση στην «τάξη των θνητών» που οργανώνεται γύρω από την περατότητα και την ανανέωση των γενεών.

Αντίστοιχα, αν οι αρχαιοελληνικοί θεοί, από τον Δία ως την Αθηνά ή τον Ποσειδώνα, συμμετέχουν κάπου-κάπου στα φαγοπότια των ανθρώπων και κυριεύονται, όπως κι αυτοί, από θυμούς κι επιθυμίες, είναι ακριβώς για να συμμετάσχουν κι οι ίδιοι, έστω και για μία στιγμή, σε τούτη την ανθρώπινη κατάσταση από την οποία παραμένουν οικτρά αποκλεισμένοι. Ο Γερμανός φιλόσοφος Χανς Γιόνας (Hans Jonas, 1903-1993) εμμένει σε αυτό που μας υπενθύμιζαν οι Αρχαίοι Έλληνες: ότι η ανθρώπινη κατάσταση θεμελιώνεται σε μια «διαρκή επανεκκίνηση». Αφήνοντας χώρο για την «απάντηση της ζωής» και τη διαρκή ανανέωση του ανθρώπινου είδους, η θνητότητα δεν είναι παρά η πίσω όψη της γεννησιμότητας[5].

Αν ονειρεύεται κανείς να εξαλείψει τον θάνατο, θα πρέπει να γνωρίζει ότι αυτό που ουσιαστικά επιθυμεί είναι η εξάλειψη της τεκνοποίησης. Η τεκνοποίηση «συνιστά την απάντηση της ζωής στον θάνατο, πράγμα που συνεπάγεται ότι, σε περίπτωση εξάλειψης του τελευταίου, θα προέκυπτε ένας κόσμος αποτελούμενος από γέρους, δίχως νέους, ένας κόσμος ήδη γνωστών που δε θα γεύονταν ποτέ την έκπληξη που προκαλεί η έλευση αυτών που δεν έχουν ακόμα υπάρξει»[6]. Ο Γιόνας εμβαθύνει σε αυτήν την επιθυμία εξάλειψης του θανάτου, συναντώντας τις διαπιστώσεις των Αρχαίων Ελλήνων: Η «διαρκής επανεκκίνηση [immerwiederAnfangen]» συνιστά δομική απαίτηση, συγκροτητική της ανθρωπότητας, κι έχει ως τίμημα τη «διαρκή ολοκλήρωση [immerwiederEndens[7].

Προκειμένου να αποκηρύξει αυτή τη νέα –κι επικίνδυνη– ασθένεια της νεωτερικότητας, ο Φρανκ Νταμούρ βρήκε την πιο όμορφη διατύπωση που θα μπορούσε να υπάρξει: «Μακάριοι οι θνητοί, γιατί είναι ακόμη ζωντανοί». Ας τον ευχαριστήσουμε.


[1] Σ.τ.μ.: Ο τρανσουμανισμός (Transhumanism) είναι μελλοντολογικό και τεχνοφιλικό ρεύμα σκέψης, επηρεασμένο από την επιστημονική φαντασία, που προσπαθεί να στοχαστεί τις νέες δυνατότητες που διαγράφονται για το ανθρώπινο ον μέσα από τις εφαρμογές της σύγχρονης τεχνικής (και ειδικότερα της ιατρικής, της βιοτεχνολογίας και της πληροφορικής), με σκοπό τη μεγιστοποίηση και τη βελτίωση των διανοητικών και σωματικών του επιδόσεων και ικανοτήτων. Ουσιαστικά πρόκειται για έναν στοχασμό πάνω στο δι-ανθρώπινο ον (transhuman), δηλαδή πάνω στο πέρασμα από τον άνθρωπο στον μετα-άνθρωπο (posthuman).

[2] Σ.τ.μ.: Με τον όρο «βελτιωμένος άνθρωπος» αποδίδουμε το homme amélioré του γαλλικού κειμένου το οποίο συνιστά, με τη σειρά του, απόδοση του αμερικανικού enhanced human και αναφέρεται σ’ ένα ανθρώπινο ον με αυξημένες δυνατότητες και βελτιωμένες επιδόσεις, σε σχέση με τον υφιστάμενο μέσο όρο, τόσο σε διανοητικό όσο και σε καθαρά σωματικό-φυσιολογικό επίπεδο, ως απότοκο της υιοθέτησης πλείστων εφαρμογών της τρέχουσας τεχνικής.

[3] Σ.τ.μ.: «Πιστεύω ότι ο κομμουνισμός είναι η νιότη του κόσμου […] και ότι προετοιμάζει το αύριο που τραγουδά». Φράση που έγραψε ο Γάλλος δημοσιογράφος και βουλευτής, μέλος της ΚΕ του γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, Γκαμπριέλ Περί (Gabriel Péri) την παραμονή της εκτέλεσής του από τους Ναζί, τον Δεκέμβριο του 1941. Το αύριο που τραγουδά [Les Lendemains qui chantent] είναι ο τίτλος της αυτοβιογραφίας του, που κυκλοφόρησε μεταθανάτια, το 1946.

[4] Σ.τ.μ.: Με τον όρο «ιμορταλισμός» και τα παράγωγά του αποδίδουμε το immortalisme των συγγραφέων, το οποίο αναφέρεται στην ιδεολογία που θέτει για στόχο της την κατάκτηση της αθανασίας, έχοντας ως βασική της πεποίθηση πως η θνητότητα συνιστά ένα αρνητικό και περιοριστικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης κατάστασης που θα πρέπει να ξεπεραστεί. Με τον όρο «μορταλισμός» και τα παράγωγά του αποδίδουμε το mortalisme, που χρησιμοποιείται ως ψόγος από πλευράς ιμορταλιστών ενάντια σε όλους όσους δεν συμμερίζονται τις απόψεις τους.

[5] H. Jonas, Das Prinzip Verantwortung. Versuch einer Ethik für die technologische Zivilisation [Η αρχή της υπευθυνότητας. Σε αναζήτηση μιας ηθικής για τον τεχνολογικό πολιτισμό], Φρανκφούρτη, Suhrkamp, 1984, σ. 49.  (Σ.τ.μ.: Ο Γιόνας αναφέρεται ρητά στη σχετική έννοια της φίλης και συμφοιτήτριάς του, Χάννα Άρεντ. Ο ίδιος την αποδίδει ως «Gebürtlichkeit», μόνο που η Άρεντ τη δημιουργεί όταν πια έγραφε στα αγγλικά. Έτσι τη συναντούμε ως «natality». Στα ελληνικά έχει αποδοθεί ως «γεννησιμότητα» [βλ. π.χ. Χ. Άρεντ, Η ανθρώπινη κατάσταση (vita activa), μτφρ. Σ. Ροζάνης, Γ. Λυκιαρδόπουλος, Αθήνα, Γνώση, 1986, σ. 21] ως «γέννηση» [βλ. π.χ. H. Arendt, «Η έννοια της ιστορίας (αρχαία και μοντέρνα)», Μεταξύ παρελθόντος και παρόντος, μτφρ. Γ. Ν. Μερτίκας, Αθήνα, Λεβιάθαν, 1996, σ. 99] και ως «γεννητικότητα» [βλ. π.χ. H. Arendt, «Η κρίση της εκπαίδευσης», Η κρίση της κουλτούρας και άλλα κείμενα, μτφρ. Μ. Ν. Μερτίκας, Αθήνα, Στάσει Εκπίπτοντες, 2012, σ. 58]. Σε ό,τι μας αφορά επιλέγουμε την πρώτη εκδοχή, διότι ακολουθούμε τη διάκριση μεταξύ ζωής και βίου που προτείνει η Άρεντ. Σύμφωνα, λοιπόν, με το συγκεκριμένο σχήμα, το οποίο ακολουθούμε και στη μετάφραση του κειμένου του Φρανκ Νταμούρ αλλά και της παρούσας εισαγωγής του Ζαν-Κλωντ Γκιγιεμπό, πέρα από την απλά βιολογική διάσταση του ζητήματος (δηλαδή από τη γεννητικότητα και τη θνησιμότητα ως δημογραφικά φαινόμενα) υπάρχει κι η καθαυτό υπαρξιακή του πλευρά (δηλαδή η γεννησιμότητα κι η θνητότητα ως θεμελιώδη χαρακτηριστικά του ανθρώπου ως όντος που δεν μπορεί να περισταλεί στη βιολογική-ζωική του διάσταση).

[5] H. Jonas, Das Prinzip Verantwortung. Versuch einer Ethik für die technologische Zivilisation [Η αρχή της υπευθυνότητας. Σε αναζήτηση μιας ηθικής για τον τεχνολογικό πολιτισμό], Φρανκφούρτη, Suhrkamp, 1984, σ. 49.  (Σ.τ.μ.: Ο Γιόνας αναφέρεται ρητά στη σχετική έννοια της φίλης και συμφοιτήτριάς του, Χάννα Άρεντ. Ο ίδιος την αποδίδει ως «Gebürtlichkeit», μόνο που η Άρεντ τη δημιουργεί όταν πια έγραφε στα αγγλικά. Έτσι τη συναντούμε ως «natality». Στα ελληνικά έχει αποδοθεί ως «γεννησιμότητα» [βλ. π.χ. Χ. Άρεντ, Η ανθρώπινη κατάσταση (vita activa), μτφρ. Σ. Ροζάνης, Γ. Λυκιαρδόπουλος, Αθήνα, Γνώση, 1986, σ. 21] ως «γέννηση» [βλ. π.χ. H. Arendt, «Η έννοια της ιστορίας (αρχαία και μοντέρνα)», Μεταξύ παρελθόντος και παρόντος, μτφρ. Γ. Ν. Μερτίκας, Αθήνα, Λεβιάθαν, 1996, σ. 99] και ως «γεννητικότητα» [βλ. π.χ. H. Arendt, «Η κρίση της εκπαίδευσης», Η κρίση της κουλτούρας και άλλα κείμενα, μτφρ. Μ. Ν. Μερτίκας, Αθήνα, Στάσει Εκπίπτοντες, 2012, σ. 58]. Σε ό,τι μας αφορά επιλέγουμε την πρώτη εκδοχή, διότι ακολουθούμε τη διάκριση μεταξύ ζωής και βίου που προτείνει η Άρεντ. Σύμφωνα, λοιπόν, με το συγκεκριμένο σχήμα, το οποίο ακολουθούμε και στη μετάφραση του κειμένου του Φρανκ Νταμούρ αλλά και της παρούσας εισαγωγής του Ζαν-Κλωντ Γκιγιεμπό, πέρα από την απλά βιολογική διάσταση του ζητήματος (δηλαδή από τη γεννητικότητα και τη θνησιμότητα ως δημογραφικά φαινόμενα) υπάρχει κι η καθαυτό υπαρξιακή του πλευρά (δηλαδή η γεννησιμότητα κι η θνητότητα ως θεμελιώδη χαρακτηριστικά του ανθρώπου ως όντος που δεν μπορεί να περισταλεί στη βιολογική-ζωική του διάσταση).

[6] H. Jonas, Das Prinzip Verantwortung…, ό. π.

[7] Ό. π.