Ο Ζαν-Μαρκ Μαντοζιό και η «απάτη του Μισέλ Φουκώ»


Συνδιαμόρφωση κειμένου: Μιχάλης Θεοδοσιάδης και Γιώργος Κουτσαντώνης (Respublica.gr)

«Το πρόγραμμα πρέπει να είναι κενό»
(Μισέλ Φουκώ)

Κάθε εποχή έχει και τα είδωλά της, τους μετρ της σκέψης και τους συγγραφείς που σχεδόν κανείς δεν τολμά να ακουμπήσει. Τις τελευταίες δεκαετίες ο Φουκώ έγινε ένας από τους πλέον αναγκαίους, «ιν» φιλοσόφους και θεωρητικούς γκουρού της «κοινωνικής δικαιοσύνης» ανά τον κόσμο, κυρίως (και παραδόξως) εκτός Γαλλίας. Δεν είναι απλή σύμπτωση ότι η εποχή που έφερε στην επιφάνεια τον Φουκώ ήταν εκείνη ενός γενικευμένου «αντισυστημικού» ριζοσπαστισμού που συνοδευόταν από την επιθυμία να διακοπεί κάθε συνέχεια με το παρελθόν και να βρεθούν άλλοι τρόποι σκέψης και ύπαρξης. Μιλάμε ασφαλώς για εκείνο το πάντρεμα του ασυνάρτητου ορθολογισμού με τον «ρομαντικό» ανορθολογισμό που οδήγησε στον περιβόητο Γαλλικό Μάη του ‘68. Εκείνη την εποχή της ελευθεριακής έκρηξης, της αναζήτησης ιδιοφυΐας και της πιθανής ουτοπίας, ο Φουκώ ξεκινώντας από τον Καρτέσιο και τον Καντ φτάνει στον Νίτσε, τον Φρόιντ και τον Χάιντεγκερ. Διερευνά το θετικισμό και αναπτύσσει ποικίλες θεωρίες που συχνά είναι θολές και ακατανόητες. Ο Φουκώ είναι ο μεταμοντέρνος των seventies που ασχολείται με υπερπληθώρα θεμάτων όπως η βιοεξουσία, η βιοπολιτική, η λογοτεχνία ως πρωτοπορία, η εξέγερση, η τέχνη, οι επιστήμες, η πειθαρχία, η σύγχρονη ιατρική1, η ψυχασθένεια, η σεξουαλικότητα, κ.ά. Για λόγους συντομίας θα μπορούσαμε να πούμε ότι, ο Φουκώ ήταν ο φιλόσοφος των δύο μεγάλων «αντι-», δηλαδή του αντι-φιλοσοφικού και αντι-ιστορικού στρουκτουραλισμού, ο οποίος σχετίζεται με την πιθανή υπέρβαση και μετατροπή του μαρξισμού από οικονομική σε πολιτισμική θεωρία. Τουτέστιν, άρνηση της πάλης των τάξεων και αντικατάσταση του διπόλου αστός vs προλετάριος με το δίπολο πλειοψηφία vs μειονότητες, οδηγώντας στην εδραίωση της «πολιτικής των ταυτοτήτων». Διόλου τυχαίο που απογοητευμένοι επαναστάτες και μαρξιστές, σε βαθιά υπαρξιακή κρίση βρίσκουν στην αριστερίστικη περίοδο του Φουκώ μια υπόσχεση. Η αοριστία, η χαμαιλεόντια γλώσσα και η αυταρχική αντι-αυταρχικότητά του ανακουφίζει όλες τις επαναστατικές ανάγκες, ώστε να χτυπηθεί, καθησυχαστικά, το «σύστημα».

Εκ πρώτης όψεως, δύο είναι τα πιο σημαντικά σημεία στο έργο του Φουκώ που οφείλουμε να αναγνωρίσουμε: η έννοια της «Διακυβερνησιμότητας» (η οποία συνδυάζεται με τη «βιοπολιτική» και τη «βιοεξουσία»), αλλά και η μέθοδος της γενεαλογίας, την οποία σαφέστατα δανείστηκε από τον Νίτσε. Σε ό,τι έχει να κάνει με την πρώτη: ο Φουκώ χωρίζει την ιστορία σε τρία ιστορικά σημεία: α) την περίοδο της Κυριαρχίας (Sovereignty), β) την περίοδο της Επιτήρησης (που αφορά τη νεωτερική εποχή), και γ) την εποχή της «Διακυβερνησιμότητας», όπου και πλέον γίνεται λόγος για το σύγχρονο τεχνολογικό κόσμο. Η εποχή της Κυριαρχίας έχει να κάνει με την εξουσία των βασιλιάδων και των αυτοκρατόρων. Εδώ μπορεί να διακρίνει κανείς σχετικά εύκολα πού, πάνω κάτω, βρίσκεται η ισχύς και ο έλεγχος· στους βασιλιάδες, κατ’ επέκταση, στο προσωπικό και στους δημόσιους λειτουργούς που τον υπηρετούν. Την εποχή της Επιτήρησης σηματοδοτεί η γέννηση της φυλακής, ως ένα σύστημα τιμωρίας και συμμόρφωσης (φαινομενικά) λιγότερο επώδυνο από αυτά των προ-νεωτερικών εποχών. Η εποχή της «Διακυβερνησιμότητας», τέλος, χαρακτηρίζεται από έντονη δυσδιακριτικότητα σε ό,τι έχει να κάνει με τον εντοπισμό των κέντρων εξουσίας. Με άλλα λόγια, η εξουσία πλέον διαχέεται όλο και περισσότερο σε διάφορους τομείς του δημόσιου και ιδιωτικού βίου, ξεφεύγοντας από τις φυλακές, τα ιδρύματα, τους πολιτικούς, ή και την οικογένεια· γίνεται τμήμα των καθημερινών ανθρώπινων επαφών, και εκδηλώνεται σε κάθε τους πτυχή, σχεδόν αόρατα.

Εδώ ο Φουκώ μας βοηθά να σκεφτούμε αν πραγματικά η πρόοδος υφίσταται στην πράξη, αν επί της ουσίας η μετάβαση δηλαδή από την Κυριαρχία στην Επιτήρηση, και από την Επιτήρηση στη Διακυβερνησιμότητα, είναι ένα «άλμα προς τα εμπρός», ή αν κατά βάθος έχουμε να κάνουμε με μια παραλλαγή συνθηκών ανελευθερίας και βαρβαρότητας. Πολύ πριν τον Φουκώ παρόμοιες θέσεις εξέφρασαν οι α) Reinhold Niebuhr (με έμμεσο τρόπο), εκεί γύρω στο 1932, διαισθανόμενος την πορεία των πραγμάτων, και β) ο Christopher Lasch, κάνοντας λόγο για τον τρόπο με τον οποίο η καταναλωτική κουλτούρα επιβάλλεται δίχως Κυριαρχία (Sovereignty) και αυστηρές μεθόδους επιτήρησης, αλλά μέσω της εξάπλωσης πατερναλιστικών σχέσεων εξάρτησης του ανθρώπου από το εμπόρευμα2. Παρομοίως η γενεαλογία είναι μια μέθοδος που αναζητά τις επιρροές του παρελθόντος στο παρόν, πράγμα που μας βοηθά να αποφύγουμε τις απλουστεύσεις της εποχής μας, την ιδέα περί αυτο-δημιούργητου ανθρώπου, δίχως παρελθόν και ρίζες. Αναγνωρίζοντας ορισμένες θετικές πτυχές στο έργο του Γάλλου στοχαστή, οφείλουμε να σημειώσουμε ότι οι συνεχιστές του, που δεν είναι λίγοι – όπως ο Ντεριντά, η Μπάτλερ και ο Αγκάμπεν – υπολείπονται κατά πολύ του ιδίου. Με άλλα λόγια, το ερευνητικό έργο του Φουκώ παρουσιάζει πρωτότυπα και αξιόλογα στοιχεία· χωρίς αμφιβολία ο Φουκώ έφερε νέα θεωρητικά εργαλεία στη σύγχρονη σκέψη, ωστόσο πρέπει να επισημάνουμε ότι στην προσπάθειά του να μας φέρει κάτι καινούργιο και πρωτοποριακό υπέπεσε και σε τραγικά σφάλματα: α) αντιμετώπισε τις εκάστοτε κυρίαρχες αξίες σαν αυτές να είναι συνολικά το δημιούργημα της εξουσίας (και τίποτα άλλο), και β) μετασχημάτισε τον οικονομικό μαρξισμό σε πολιτισμικό, με αποτέλεσμα να παρουσιάζει την ανθρωπότητα σε μια μόνιμη κατάσταση πολιτισμικών και φυλετικών πολέμων, φτάνοντας μάλιστα και στο σημείο να απορρίψει τη δυνατότητα κάθε διαπολιτισμικής επικοινωνίας, διότι για τον ίδιο ο λόγος (ως ομιλία) δεν είναι παρά ένας εξουσιαστικός μηχανισμός. Καταλήγουμε, έτσι, στο συμπέρασμα ότι ο πόλεμος μεταξύ τάξεων δεν είναι παρά ένας πόλεμος όλων των πολιτισμών και φυλών εναντίον όλων. Καθότι, ορθά θα λέγαμε, απέρριψε τη νεωτερική πλάνη της προόδου, την ίδια στιγμή δεν προσέφερε κάτι ουσιαστικό στη θέση της, πέρα από έναν επικίνδυνο μηδενισμό, που ώρες ώρες θαρρεί κανείς πως βρίθει από μνησικακία και ρεβανσισμό. Σε αντίθεση με τον Lasch, την Arendt, και άλλους στοχαστές, από τον E. P. Thompson3 (εξ αριστερών) μέχρι και τον Roger Scruton4 (εκ δεξιών), όπου η παράδοση χαίρει άκρας εκτίμησης5, ο Φουκώ στην παράδοση βλέπει μόνο «καταπίεση», περιθωριοποίηση, έλεγχο και ισχύ. Αυτό το σκεπτικό ο Ντεριντά ανήγαγε σε πρόταγμα, μιλώντας για τον «φαλλογοκεντρικό» δυτικό πολιτισμό ως πηγή κάθε δεινού, ένας πολιτισμός που πρέπει να «αποδομηθεί» (κοινώς, να καταστραφεί).

Ο μηδενισμός ως «λαϊκή δικαιοσύνη»

Εντύπωση προκαλεί η έποψη του Φουκώ αναφορικά με το ζήτημα της λαϊκής δικαιοσύνης, όπου και ο ίδιος εκφράζει ρητά την εναντίωσή του σε κάθε «διαμεσολάβηση» (δηλαδή θεσμό, ιδίως δικαστικό), ως εμπόδιο στην ορθοκρισία των μαζών! Όπως αναφέρει ο ίδιος,

«όταν οι μάζες αναγνωρίζουν στο πρόσωπο κάποιου έναν εχθρό, όταν αποφασίζουν να τον τιμωρήσουν ή να τον στείλουν για αναμόρφωση, δεν επικαλούνται μια αφηρημένη και καθολική ιδέα δικαιοσύνης, αλλά στηρίζονται μονάχα στην ίδια τους την εμπειρία, στις προσβολές που έχουν υποστεί, στον τρόπο με τον οποίο έχουν αδικηθεί, με τον οποίο έχουν καταπιεστεί»6.

Βέβαια ο Φουκώ αναπτύσσει αυτές τις θέσεις ασκώντας κριτική «στους κινεζόφιλους γραφειοκράτες»7 και αντί για τον μηχανισμό του Επαναστατικού Κράτους προτείνει «το αυθόρμητο των μαζών». Για τον ίδιο «οι μάζες έχουν πάντα δίκιο από τη στιγμή που δρουν δίχως καμία διαμεσολάβηση απέναντι στους θεωρούμενους εχθρούς τους»8. Εν ολίγοις, αυτό το συμπέρασμα, ότι η αρετή εκδηλώνεται μόνο μέσα από την καταστροφή των θεσμών υποδηλώνει -έστω και με έμμεσο τρόπο- μια Ρουσσωική κοσμοθέαση πάνω στην έννοια της ανθρώπινης φύσης, άσχετα και αν ο Φουκώ αρνήθηκε την ύπαρξή της9. Έτσι για τον Φουκώ το μοναδικό πρόβλημα καταλήγει να είναι οι δομές. Αναρωτιέται λοιπόν ο Μαντοζιό, «[χ]ωρίς θεσμούς διαμεσολάβησης – οποιαδήποτε κι αν είναι η μορφή που αυτοί θα λάβουν, δικαστική ή άλλη – πώς είναι δυνατόν να διακρίνουμε τη «λαϊκή δικαιοσύνη»…από το ξεκαθάρισμα λογαριασμών ή το λιντσάρισμα;»10. Πράγματι, τί πάει να πει «το αυθόρμητο των μαζών»; Τούτη η ερώτηση μπορεί να τεθεί πιο σωστά ως εξής: τί καθιστά τις μάζες αυθόρμητες; Τί καθιστά, για να το θέσουμε πιο απλά, τον ίδιο τον άνθρωπο αυθόρμητο, και άρα απρόβλεπτο; Τίποτα παρά η μή ορθολογικότητα της ανθρώπινης φύσης (που ο Φουκώ αμφισβητεί ότι υπάρχει). Τίποτα παρά η μή προβλεψιμότητα της ανθρώπινης συμπεριφοράς εξ’ αιτίας των έμφυτων παθών, της ροπής προς την ύβρη, η οποία ανά πάσα στιγμή, ωσάν fortuna (στα λόγια του Machiavelli) ξεσπά, δίχως καν οι ίδιοι οι άνθρωποι να το επιδιώκουν, πράγμα που δεν μας επιτρέπει να προσδιορίσουμε αν μια λαϊκή κινητοποίηση, που δεν εκφράζεται μέσα από δημοκρατικούς θεσμούς και διαμεσολαβήσεις, θα οδηγήσει σε έναν παράδεισο κοινωνικής δικαιοσύνης ή σε κανιβαλισμό.

Επιπλέον, την παραπάνω παρανοϊκή άποψη εξέφρασε ο ίδιος άνθρωπος που έφτασε να θεωρεί ένοχο κάποιον δίχως να έχει προηγουμένως αποδεχτεί η ενοχή του. Η «λαϊκή δικαιοσύνη», τόσο εύκολα χειραγωγήσιμη, γράφει ο Μαντόζιο, όπως έχουν δείξει διάφορα πρόσφατα γεγονότα, όπου μια απλή υποψία παιδοφιλίας11 συνιστά αυτομάτως προφανή απόδειξη ενοχής – έκρινε τον συμβολαιογράφο ένοχο σύμφωνα με την ακόλουθη ψευδο-λογική, η οποία είχε αναχθεί σε δόγμα από τους δημαγωγούς της Προλεταριακής Αριστεράς: Οι (αστικοί) δικαστικοί θεσμοί αντιτίθενται στον δικαστή που υποψιάζεται τον (αστό) συμβολαιογράφο, καθώς οι αστοί αλληλοϋποστηρίζονται• επομένως, ο συμβολαιογράφος είναι ένοχος, αφού σε κάθε περίπτωση «μόνο ένας αστός θα έκανε κάτι τέτοιο». Ακόμα κι ο Σαρτρ, ο οποίος βέβαια ακολουθούσε σχεδόν τυφλά τους μαοϊκούς, διαχώρισε τη θέση του μέσω ενός άρθρου με τίτλο «Λιντσάρισμα ή λαϊκή δικαιοσύνη;» Είναι ο Φουκώ που προκειμένου να στηρίξει την ασυνάρτητη καταγγελία του λέει: «πήγα εκεί. Αρκεί να δεις το μέρος -κι αυτός ο φράχτης που δεν έχει ασπραγκάθια όπως είπαν, αλλά καρπίνους, πολύ ψηλός, σταματά ακριβώς απέναντι από το σημείο όπου βρέθηκε το σώμα…» […] «αρκεί να δει κανείς τα μέρη εκείνα». Αν λοιπόν -όπως εύστοχα σημειώνει ο Μαντοζιό- από τη μια υπάρχει η «αστική» δικαιοσύνη που αθωώνει πάντα τα δικά της παιδιά και από την άλλη υπάρχει η «λαϊκή» δικαιοσύνη που τα καταδικάζει, ο Φουκώ ως μορφοποιητής του λόγου (formation discursive) δεν ενδιαφέρεται διόλου για την αλήθεια, δηλαδή για το πραγματικό γεγονός. Το ζήτημα εδώ είναι η κατασκευή ενός αθώου κι ενός ενόχου που βρίσκει τον Φουκώ να τάσσεται με την αγέλη των μαοϊκών που είναι διψασμένη για αίμα, άσχετα αν πολύ αργότερα, χωρίς καμία ντροπή, θα ισχυριστεί ότι πάντα ήταν σκεπτικιστής με την «Λαϊκή δικαιοσύνη» γιατί του φαινόταν κάτι το «επικίνδυνο».

Θα πρέπει να σημειώσουμε στο σημείο αυτό τα εξής: η άρνηση της λαϊκής δικαιοσύνης, στηρίχθηκε από όσους προσπάθησαν με νύχια και με δόντια να διαφεντέψουν ένα καθεστώς ολιγαρχικό, συμπαγές και αυταρχικό. Ωστόσο, η αντιαυταρχική θέση του Φουκώ φαντάζει πολύ πιο προβληματική από αυτή των αυταρχικών στοχαστών, συμπεριλαμβανομένων και του Χομπς, για τον οποίο καμία καλοσύνη δεν μπορεί να εκφραστεί στη φυσική κατάσταση του ανθρώπου -δηλαδή εκεί όπου δεν υπάρχει κοινωνία, νόμοι και κανόνες- παρά μόνο πόλεμος και καταστροφή. Ως μοναδική σωτηρία απέναντι στον πόλεμο της αναρχίας ο Χομπς προτείνει το σπαθί του βασιλιά και την υπακοή στην εξουσία του. Στην πραγματικότητα, καμία κοινοπολιτεία δεν μπορεί συντηρηθεί δίχως πίστη και σεβασμό στις ιεραρχίες και στους Κανόνες. Οι εμπειρίες των ανθρώπων, τα παθήματα του παρελθόντος, όλη η γνώση που διδάσκει την αρετή, την αυτοσυγκράτηση, την εγρήγορση και την απομάκρυνση από τα πάθη, συσσωρεύονται σε δομές και θεσμούς, σε Κανόνες, ιεραρχίες και διαμεσολαβήσεις, τις οποίες κάθε άνθρωπος οφείλει να σέβεται, ώστε ο κοινός κόσμος να προστατεύεται. Είναι άλλο πράγμα, ωστόσο, να πέφτουμε στις αντιλαϊκιστικές και Χομπσιανές παγίδες, βάσει των οποίων ο μέσος άνθρωπος πρέπει να εξοβελίζεται από τους θεσμούς και τις ιεραρχίες, οι οποίες μετατρέπονται σε κλειστό κύκλο «ειδικών» και άλλο να επιδιώκουμε την ολική τους ρευστοποίηση που θα μπορούσε να οδηγήσει στην αποσύνθεση, στην κατάρρευση κάθε νοήματος και λόγου ύπαρξης, κοινώς σε μια συλλογική «αυτοκτονία». Ας εξετάσουμε, για παράδειγμα, τον ακαδημαϊκό Κανόνα, ο οποίος σκιαγραφεί και ορίζει ένα πλαίσιο βάση του οποίου αναδεικνύονται συγκεκριμένοι φιλόσοφοι και καλλιτέχνες, έχοντας αναγνωριστεί για το έργο και την προσφορά τους σε όλη την ανθρωπότητα. Ως εκ τούτου, αυτός ο Κανόνας μετατρέπεται σε μέτρο σύγκρισης. Αν, φερειπείν, ο Καντ αποτελεί μέρος του ακαδημαϊκού Κανόνα, ένας μελετητής πιθανότατα θα εκλάβει τον φιλόσοφο ως σημείο αναφοράς στην προσπάθειά του να αναπτύξει τη δική του σκέψη. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο Κανόνας καθίσταται κύρια διαμεσολάβηση και, ταυτόχρονα, τμήμα μιας ιεραρχίας· παρεμβαίνει με τρόπο διαδραστικό, διαβαθμίζοντας αξίες, και, κατ’ επέκταση, μετατρέπεται σε βασική πηγή κινήτρου και θετικής νοηματοδότησης. Αν η ανθρώπινη ζωή, όπως διδάσκουν σχεδόν όλες οι θρησκείες, είναι και μια ατέλειωτη κακουχία, τη δυστυχία που απορρέει από την ίδια μόνο ένα θετικό νόημα μπορεί να μετασχηματίσει, προσφέροντας απλόχερα στην ύπαρξή μας έναν σκοπό, μέσω ενός συλλογικού ή ατομικού στόχου και επιδίωξης.

Ας πάρουμε, για παράδειγμα, τις πρόσφατες κινητοποιήσεις Βρετανών φοιτητών που επιθυμούν την κατάργηση των πανεπιστημιακών Κανόνων, με τη δικαιολογία ότι τα ακαδημαϊκά εγχειρίδια δεν είναι τίποτα άλλο παρά βασικοί εκφραστές του ευρωκεντρισμού, γεμάτα με «νεκρούς, λευκούς άνδρες», όπως ο Καντ, ο Μίλτον, και άλλες προσωπικότητες των προηγούμενων αιώνων. Οι ίδιοι οι φοιτητές διατείνονται πως «το ευρωκεντρικό εγχειρίδιο» καθιστά το πανεπιστήμιο αφιλόξενο για τους μή λευκούς ή ξένους φοιτητές!!! Δεν μας προκαλεί έκπληξη, βέβαια, τούτη η κίνηση, μήτε η δημοσιότητα που έλαβε στη Βρετανία. Οι πανεπιστημιακοί χώροι, ιδίως οι ανθρωπιστικές επιστήμες, έχουν κατακυριευτεί από μέτριους ακαδημαϊκούς που έχουν θεμελιώσει την καριέρα τους στην πλάτη του Φουκώ (αναλόγως και του Ντεριντά)12. Είναι αναμενόμενο η μνησικακία του Φουκώ απέναντι σε οτιδήποτε φέρει τη σφραγίδα της Δύσης να έχει δώσει έναυσμα στους φοιτητές να στραφούν ενάντια στον Κανόνα, εφόσον αυτός είναι μία «καταπιεστική διαμεσολάβηση», τμήμα των αέναων πολιτισμικών πολέμων που διέπουν την ανθρωπότητα. Έτσι αυτό που αγνοείται εδώ είναι το γεγονός ότι ο Κανόνας δεν προσφέρεται για φυλετικές επιδιώξεις, καθότι εντός του έχουν ενσωματωθεί άνθρωποι των οποίων οι γνώσεις όχι μόνο μας επιτρέπουν να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το σύγχρονο δυτικό οικοδόμημα (το οποίο, κατά τα άλλα επιθυμούμε να ανατρέψουμε), αλλά πολύ περισσότερο, διδάσκουν την ηθική αρετή και τον αυτο-περιορισμό, αξίες που στο παρελθόν τροφοδότησαν ποικίλα κινήματα χειραφέτησης μειονοτήτων13. Σαφέστατα ο εμπλουτισμός του Κανόνα, η ένταξη νέων αξιόλογων συγγραφέων και πολιτισμικών γνωρισμάτων –όπως για παράδειγμα, θρησκείες από διάφορα μέρη του κόσμου– είναι θέμα προς συζήτηση, διότι καμία πολιτεία ή κοινωνία δεν δύναται να θεσμίζεται πάνω σε δομές οι οποίες δεν θα επιδέχονται αμφισβήτησης και αλλαγής (εκτός και αν μιλάμε για μή-δημοκρατικές θεσμίσεις). Είναι άλλο πράγμα, ωστόσο, η συμπλήρωση και η ανανέωση από την διάλυση και τη ρευστοποίηση. Όπως έλεγε ο Edmund Burke, στην κριτική του ενάντια στη Γαλλική Επανάσταση14, όπου η διάλυση των δομών του παλαιού καθεστώτος -για τον ίδιο- οδήγησε σε ευρείας κλίμακας βιαιοπραγίες, ο καλύτερος τρόπος για να συντηρηθεί μια κοινότητα είναι να μένει ανοιχτή σε αλλαγές. Ταυτόχρονα όμως διαπιστώνουμε και το αντίθετο: προκειμένου να μπορεί να μπορούν οι θεσμοί και οι ιεραρχίες να μετασχηματιστούν είναι ταυτόχρονα αναγκαίο να συντηρούνται. Σε αντίθεση, βέβαια, με τους αντιλαϊκιστές που λένε ότι ο μέσος άνθρωπος δεν θα πρέπει να έχει πρόσβαση στις ιεραρχίες, ένας ποπουλισμός της κοινής ευπρέπειας επιθυμεί την πρόσβαση του μέσου πολίτη σε αυτές. Κάτι τέτοιο θα πρέπει να συμβαίνει και με τη λαϊκή δικαιοσύνη: είναι αναγκαίο να υφίστανται θεσμοί εντός των οποίων μπορούν οι πολλοί να δικάζουν καλύτερα, κοινώς διαμεσολαβήσεις οι οποίες, αναμφισβήτητα, ρυθμίζονται από τους ίδιους, με αμοιβαίες συμφωνίες και πολλαπλά «συμβόλαια», όπως θα έλεγε η Arendt, και μέσα από κανάλια και δίαυλους δημόσιας επικοινωνίας οι οποίοι προάγουν τον λόγο, βοηθούν τη διαίσθηση, την κατανόηση, και τη διαύγαση των συνθηκών, θα εμποδίζεται (όσο κάτι τέτοιο είναι εφικτό) η δημαγωγία και θα αποθαρρύνεται η επικράτηση των παθών. Επιπλέον, για να καταστεί κάτι τέτοιο εφικτό είναι αναγκαίο να επιδιώκουμε όχι τη ρευστοποίηση των θεσμών, αλλά αντιθέτως, την απομάκρυνση από αυτούς όλων εκείνων των μηχανισμών που εξοβελίζουν τον μέσο άνθρωπο από τους θεσμούς. Ως εκ τούτου (και για διαφορετικούς λόγους) δεν έχουμε παρά να συμφωνήσουμε με τον Φουκώ, ότι «τα κόμματα αποτελούν την πλέον στειρωτική πολιτική εφεύρεση από τον 19ο αιώνα και μετά». Αλλά τί «σύμπτωση»…

«Ο μεγάλος στοχαστής της εξουσίας είχε απλώς σαράντα χρόνια καθυστέρηση σε σχέση με τη Σιμόν Βέιλ που έγραφε το 1945 για την κατάργηση των κομμάτων», λέει ο Μαντοζιό15. «Είναι ολοφάνερο», με βάση τον ίδιο, «ότι ο Φουκώ ήταν ένας άνθρωπος που αποκτά συνείδηση των πραγμάτων με καθυστέρηση. Μονάχα το 1984 του πέρασε από το μυαλό ότι τα πολιτικά κόμματα ήταν ίσως καθαυτά μια πολιτική μορφή «στειρωτική»16.

Victor Enrich – NHDK BLACK

Μόδα είναι θα περάσει

Το δοκίμιο του Μαντοζιό πρέπει να διαβαστεί για τέσσερις τουλάχιστον λόγους. Πρώτον γιατί φέρνει στην επιφάνεια τον διανοητικό τσαρλατανισμό του κυρίου «δεν με έχουν διαβάσει πραγματικά» (σ.35), αλλά και της απάτης στο πεδίο των ιδεών εν γένει. Δεύτερον γιατί δεν εξαντλείται σε ηθικού τύπου επιθέσεις, αντιθέτως ασκεί κριτική σε επίπεδο ιστορικό, επιστημολογικό και πολιτικό. Τρίτον γιατί δείχνει τον τρόπο με τον οποίο η παραγωγή μιας ορισμένης μόδας -όπως της φουκωικής και των συνεχιστών της- καταλήγει να ενισχύει τη συστημική (και ολιγαρχική) οπτική, καθώς χρησιμοποιώντας ως μέσο τη στράτευση και ως εργαλείο το μάρκετινγκ των ιδεών κάνει μόνο μια φαινομενική κριτική του κυρίαρχου συστήματος. Και τέταρτον γιατί βρήκαμε την ελληνική μετάφραση, των σκέψεων του Γάλλου, υψηλής ποιότητας. Είναι πραγματικά ανακουφιστικό που ο Μαντοζιό, με αυτό το βιβλίο, προσπαθεί να κάνει κάτι που πολλοί από εμάς θα ήθελαν να καταφέρουν, να διαλύσουν μια απάτη και ένα μύθο που διήρκησε πάρα πολύ. Ο Μαντοζιό το τολμά με σοβαρές αξιώσεις και δείχνει να έχει τις ικανότητες να το κάνει μέσα σε ένα ιδιαίτερα εχθρικό περιβάλλον, σε ό,τι αφορά την κριτική στη φουκωική σκέψη. Μάλιστα για να τονίσει τον νεφελώδη τρόπο με τον οποίο κάποιοι17 προσπαθούν να υπερασπιστούν τις φουκωικές θεωρίες, ο Μαντοζιό γράφει:

Αυτή η τόσο περίπλοκη και νεφελώδης πρόζα είναι ένα συνονθύλευμα φουκωικών όρων («χρήση των γνώσεων» – εναλλασσόμενη με τη «δυναμική των γνώσεων»-, «μηχανισμοί», «αποφαντικά πεδία» κ.ο.κ.). Η παραπάνω φρασεολογία, με το επιτηδευμένο της ύφος, που έχει σκοπό να καλύψει ένα αβυσσαλέο κενό είναι ακριβώς η γλώσσα της μη-σκέψης. Χάρη σε αυτήν, οι γραφειοκρατίες που προσποιούνται ότι οργανώνουν την έρευνα στον τομέα της ιστορίας των επιστημών δικαιολογούν καθημερινά την ύπαρξή τους18.

Κατά τη γνώμη μας, ο Φουκώ δεν θα «πέσει» τόσο εύκολα, κυρίως γιατί ακόμη είναι πάρα πολλοί οι άνθρωποι που τον έχουν χρησιμοποιήσει για να ανέλθουν ακαδημαϊκά και σχεδόν κανένας από αυτούς δεν θα ήθελε να παραδεχτεί την κενολογία του ή να αισθάνεται ένα ακόμη ανυποψίαστο θύμα μιας πλάνης [19]. Παρά τα μεθοδολογικά σφάλματά του και την συχνά αντι-επιστημονική και αυθαίρετη στάση του -γεμάτη ασάφειες και σχετικισμούς- ο Φουκώ, κατάφερε να παραμείνει στο απυρόβλητο και να σχηματίσει μια μοδάτη κουλτούρα, της οποίας οι οπαδοί σήμερα φαίνεται να αδιαφορούν πλήρως για χειροπιαστά πολιτικά αποτελέσματα και να βασίζονται σε συμβολικές χειρονομίες, ακόμη κι αν αυτές είναι αόριστες και κενές περιεχομένου, αρκεί να έχουν ως επίκεντρο και να επιδιώκουν έναν «ακτιβιστικό εορτασμό» (φεστιβισμό) που, για να θυμηθούμε τα λόγια του Τ. Αγκάμπεν, θα μπλοκάρει, κάπου, κάπως, κάποτε, τα γρανάζια του κυρίαρχου «μηχανισμού». Αν και γνωρίζουμε ότι για όσο διαρκούν, πριν εξαφανιστούν, οι μόδες, είναι πιο ισχυρές ακόμη κι απ’ τα δόγματα, πιστεύουμε ότι με αυτό το βιβλίο, ο Μαντοζιό κάνει μια πολύ καλή απομυθοποιητική αρχή. Το συστήνουμε ιδιαίτερα στους φουκωλάτρες, και λοιπούς θιασώτες του αυταρχικού σχετικισμού, ώστε στην συνέχεια να διαβάσουν ξανά, αλλά αυτή τη φορά με περισσότερη προσοχή…τον αγαπημένο τους Φουκώ!


1 Με τη Γέννηση της Κλινικής του Φουκώ πολύ κόσμος, ειδικά φοιτητές ιατρικών σχολών, έμεινε με ανοιχτό το στόμα με την πρωτοτυπία της προσέγγισης. Στην πραγματικότητα, το έργο αυτό δεν ήταν κάτι παραπάνω από μια ενδιαφέρουσα και πολυσύνθετη ανάλυση των σχέσεων εξουσίας που όμως είχε κατασκευαστεί λες και είχαμε να κάνουμε με μια οποιαδήποτε κοινωνία ζώων και όχι ανθρώπων -σαν αυτές που μελετά η σύγχρονη κοινωνιοβιολογία, όπως λ.χ. τα μυρμήγκια ή οι μέλισσες.

2 Reinhold Niebuhr. Moral Man Immoral Society. New York. Charles Scibner’s Sons. 1960.

Christopher Lasch. The Culture of Narcissism. New York: W & Norton Company. (σ.192)

3 E. P. Thompson. Customs in Common. New York: The New Press. 1993.

4 Roger Scruton. The Meaning of Conservatism. London. Palgrave. 2001. Του ιδίου, Fools, Frauds and Firebrands. London. Bloomsbury. 2014.

5 Ακόμα πιο ενδιαφέρουσα είναι η θέση του Lasch, ιδίως στο The True and Only Heaven, 1991, New York: W & Norton Company. Εδώ ο συγγραφέας μιλά για την ελπίδα (hope), κοινώς για τη βελτίωση μέσω ενός συστήματος ανοιχτής συμμετοχής στα κοινά, και όχι για την πρόοδο, την ουτοπία του δέκατου όγδοου αιώνα, παίρνοντας ως παράδειγμα τις αγροτικές κινητοποιήσεις των νότιων και δυτικών πολιτειών κατά τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, τον Martin Luther King Jr, κ.α. Θυμίζει, κατ’ αυτόν τον τρόπο, την κοινή ευπρέπεια (common decency) του George Orwell και την ιδέα της μή-τελειότητας, όπως διακρίνεται στο έργο της Simone Weil.

6 Μισέλ Φουκώ, Για Τη Λαϊκή Δικαιοσύνη. 2018. Αθήνα. Έρμα (σ.37-8)

7 Ζαν-Μαρκ Μαντοζιό, Η Μακροημέρευση μιας απάτης. Αθήνα. Εκδόσεις Μάγμα.(σ.59)

8 Ο.π. (σ.60)

9 Γράφει ως εκ τούτου ο Φουκώ, «[δ]εν ταυτίζομαι με τους ελευθεριακούς αναρχικούς, διότι υπάρχει ένα είδος ελευθεριακής φιλοσοφίας που πιστεύει ότι ο άνθρωπος έχει θεμελιακές ανάγκες». Από: Ζαν-Μαρκ Μαντοζιό, Η Μακροημέρευση… (σ.100). Μπορεί ο Ρουσσώ και ο Φουκώ να είναι εκ διαμέτρου αντίθετοι σε ό,τι έχει να κάνει με το ζήτημα της ανθρώπινης φύσης, μπορεί, με άλλα λόγια, η φιλοσοφία του Ρουσσώ (ιδίως στο δεύτερο μέρος του Discourse on The Origin of Inequality, New York, Dover Publications, Inc, 2004) να είναι ουσιοκρατική σε αντίθεση με τη μετα-θεμελιοκρατική (post-foundationalism) κοσμοθέαση του Φουκώ, ωστόσο, οι πρακτικές συνέπειες, για να χρησιμοποιήσουμε όρο του William James (Pragmatism, Harvard, Harvard University Press. 1978 [ιδίως δεύτερο κεφάλαιο]) καί των δύο είναι παρόμοιες. Καί οι δύο επόψεις, για να το θέσουμε διαφορετικά, οδηγούν σε παρόμοια συμπεράσματα: οι θεσμοί και οι διαμεσολαβήσεις διαφθείρουν και διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα και τον ίδιο τον άνθρωπο. Βέβαια, ο μηδενισμός του Φουκώ οδηγεί τον ριζοσπαστισμό ακόμα πιο μακριά, διότι ουδέποτε ο Ρουσσώ τάχθηκε υπέρ της ρευστοποίησης όλων των διαμεσολαβήσεων. Αντιθέτως, στο Emile or On Education (London, Penguin Books, 1979) αναλύει τους λόγους που θα έπρεπε ένα εκπαιδευτικό σύστημα να διδάσκει τη συμπόνια και την καλή αγωγή, να πλάθει δηλαδή κοινωνικά άτομα ικανά να εκφράζουν την έμφυτη καλοσύνη τους αντί να την κατατροπώνουν. Από την άλλη, ο Φουκώ δεν θέλει να ακούσει για σχολεία και εκπαιδευτικά ιδρύματα, ταυτίζοντας κάθε τέτοιο θεσμό με την καταπίεση.

10 Ζαν-Μαρκ Μαντοζιό, Η Μακροημέρευση…. (σ.61)

11 [Σ]ε μια μικρή πόλη ανθρακωρύχων στα βόρεια της Γαλλίας, μια κοπέλα 16 ετών δολοφονήθηκε, νύχτα. σε μια αλάνα. Ο ανακριτής (Henri Pascal) στρέφει τις υποψίες του σε μια από τις εξέχουσες φυσιογνωμίες της πόλης, τον συμβολαιογράφο που είναι επιφορτισμένος με τις συναλλαγές ακινήτων που διεξάγει η Εταιρεία Ανθρακωρυχείων. Ενοχοποιεί λοιπόν τον Πιερ Λερουά (Pierre Leroy) και τον κλείνει στη φυλακή (σ.64).

12 Κατά τον Roger Scruton (Fools, Frauds and Firebrands, Thinkers of the New Left, 2014. London, Bloomsbury. [σσ.98-9]) ο Φουκώ ήταν από τις ηγετικές φυσιογνωμίες της Νέας Αριστεράς, και βοήθησε όσο κανείς άλλος στην ενσωμάτωση εντός των ακαδημαϊκών curriculums της αντι-αστικής μαρξιστικής γλώσσας (επηρεασμένης από τον Sartre).

13 Πραγματικά, ποιός μπορεί να αναιρέσει το γεγονός ότι βασικός πρωτεργάτης των κινημάτων εναντίον της δουλείας ήταν ο Χριστιανισμός, και ιδίως ο υβριδικός Χριστιανισμός των μαύρων του Αμερικανικού νότου, όπως αναφέρει ο Eugene Genovese στο Roll Jordan Roll: The World The Slaves Made. New York: Vintage Books (1976); Ποιός μπορεί να αμφισβητήσει τις εκτενείς αναφορές του Martin Luther King Jr στους κλασικούς φιλοσόφους της δύσης, από τον Αριστοτέλη μέχρι τους πιο πρόσφατους (Reinhold Niebuhr);

14 Edmund Burke, Reflections On The Revolution in France. London. Penguin Books. 1986.

15 Ζαν-Μαρκ Μαντοζιό. Η Μακροημέρευση… σ.90

16 Ο.π. (σ.89).

17 Αναφέρεται σε κείμενο καλέσματος προσφορών για την ακαδημαϊκή χρονιά 2004. Το εν λόγω κείμενο συντάχθηκε το 2003 από το Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών (C.N.R.S),στα πλαίσια του «διεπιστημονικού προγράμματος» με τίτλο «Η ιστορία των γνώσεων», το οποίο βρίθει φουκωικών όρων.

18 Ζαν-Μαρκ Μαντοζιό. Η Μακροημέρευση… (σ.64)

19 Ο Α. Berardinelli, κριτικός λογοτεχνίας και δοκιμιογράφος, σε άρθρο του με τίτλο «Dimenticare L’Impostore [Να ξεχάσουμε τον απατεώνα]», στην ιταλική εφημερίδα Il Sole 24 Ore (15/10/2017), έγραψε: «Είμαι απαισιόδοξος ως προς την πιθανή αποδοχή των θέσεων του Μαντοζιό», καθώς «είναι τόσο πολλοί όσοι χρωστούν -και μάλιστα υπερβολικά πολλά- στον Φουκώ, που κανείς τους δεν θα μπορέσει να παραδεχτεί ότι έπεσε άθελά του θύμα εξαπάτησης».

Λογοτεχνία και πολιτική στον Τζορτζ Όργουελ

Του Γιώργου Λαμπράκου (δημοσιευμένο στο bookpress.gr)

Ο αυτοχαρακτηρισμός του Όργουελ ως ενός «συντηρητικού αναρχικού» (anarchist Tory), τον οποίο αξιοποιεί ο Γάλλος θεωρητικός Ζαν-Κλωντ Μισεά για να συνοψίσει τη σκέψη του σπουδαίου Άγγλου πεζογράφου και δοκιμιογράφου, μοιάζει εκ πρώτης όψεως αντιφατικός. Πώς γίνεται να είναι κανείς και συντηρητικός και αναρχικός; Άραγε συντηρητικός δεν είναι σε γενικές γραμμές αυτός που θέλει να διατηρήσει αλώβητο το παρελθόν και τις αξίες του, επιδιώκοντας έτσι το αντίθετο από ό,τι ένας αναρχικός, που αξιώνει την πλήρη ρήξη με το παρελθόν και την καθιέρωση νέων, πρωτοπόρων αξιών; Κι όμως, όπως δείχνει ο Μισεά, αυτή η έκφραση έστεκε και στέκει ακόμα. Έχει άλλωστε χρησιμοποιηθεί κι από άλλους για άλλους: ας θυμηθώ πρόχειρα τον Ουμπέρτο Έκο να χαρακτηρίζει έτσι τον Πιτιγκρίλι στην Εισαγωγή του στην Κοκαΐνα, τον Μάκη Πανώριο να αποκαλεί έτσι τον Σάμιουελ Μπάτλερ στον Πρόλογο του Έρεβον, ενώ και σε μένα έχει φανεί χρήσιμη στην ερμηνεία συγγραφέων κατά τα άλλα διαφορετικών μεταξύ τους, όπως ο Κουτσί (βλ. Ο αναρχικός συντηρητισμός στον J.M. Coetzee, Book Press, 1/10/2014), ο Ουελμπέκ, που έχει μάλιστα αυτοχαρακτηριστεί «αναρχικός της δεξιάς», και ο Μπουκόβσκι.

Τρία αλληλοσυνδεόμενα δοκίμια συγκροτούν το βιβλίο του Μισεά: «Το νόημα της ελευθερίας, δηλαδή το νόημα της γλώσσας» (1984), «Το νόημα του παρελθόντος, δηλαδή το νόημα της ηθικής» (1995) και «Σχετικά με το 1984» (1996). Ο στόχος του είναι τριπλός: να αναδείξει την πρωτοτυπία, τη διορατικότητα αλλά και την ευγένεια της πολιτικής σκέψης του Όργουελ· να ανατιμήσει ένα έργο που το θεωρεί, τουλάχιστον στη Γαλλία, υποτιμημένο· να προβάλει ένα πρόταγμα ζωής και σκέψης που, με βάση το έργο του Όργουελ, να ανταποκρίνεται στις προκλήσεις που θέτει ο καπιταλισμός στον 21ο αιώνα. Σύμφωνα με τον Μισεά, ο Όργουελ υπήρξε εξαρχής πολέμιος του υπαρκτού σοσιαλισμού της εποχής του, σε αντίθεση με πολλούς συμπατριώτες του (και όχι μόνο) που έβλεπαν στη Σοβιετική Ένωση το προοδευτικότερο καθεστώς. Ήταν αριστεριστής σε σχεδόν όλη τη δεκαετία του 1930, συμμετέχοντας στον Ισπανικό Εμφύλιο και γράφοντας σχετικά μυθιστορήματα και άρθρα στα οποία αναδείκνυε τα προβλήματα (κατόπιν των εμπειριών και της βαθιάς ενσυναίσθησής του, όχι της θεωρητικής μελέτης, όπως τονίζει ωραία ο Μισεά) των λαϊκών τάξεων, εργαζόμενων και μη.

Ωστόσο, ένα γεγονός (το σύμφωνο μη επίθεσης της ναζιστικής Γερμανίας και της ΕΣΣΔ, Ρίμπεντροπ-Μολότοφ, 1939) στάθηκε καθοριστικής σημασίας ώστε να αποδεχτεί οριστικά την αξία της φιλελεύθερης, αστικής δημοκρατίας μπροστά στους δύο τρομακτικούς ολοκληρωτισμούς. Έκτοτε ο Όργουελ επέλεγε σταθερά τον ελεύθερο κόσμο και τις αξίες του, δηλώνοντας ρητά «πίστη και αφοσίωση» στην πατρίδα του, ενώ η κριτική στα δεινά των δυτικών κοινωνιών θα γίνεται πάντα με το σκεπτικό ότι αυτά μπορούν και πρέπει να αντιμετωπίζονται βαθμιαία, όχι επαναστατικά. Το μη χείρον βέλτιστον, αλλιώς το «μικρότερο κακό» (μια φράση που παραπέμπει σε άλλο βιβλίο του Μισεά), είναι η μόνη λύση μπροστά στα στρατόπεδα συγκέντρωσης/θανάτωσης και τα γκουλάγκ. Σύμφωνα με τον Μισεά, ο Όργουελ έδειξε πως «οι δημοκρατίες δεν συνιστούν το απόλυτο κακό που καταγγέλλει η αριστερή θεωρία»: υπάρχουν κάθε άλλο από αμελητέες «διαφορές βαθμού, έντασης ή ουσίας» που πρέπει να τονίζονται στις πολιτικές συζητήσεις. Όπως έγραψε ο Όργουελ σε μια επιστολή του το 1947, εάν το δίλημμα είναι Αμερική ή Ρωσία, «θα διάλεγα πάντοτε την Αμερική».

Ο Μισεά επιμένει στην οργουελική «common decency» (κοινή εντιμότητα/ευπρέπεια), σε μια ηθική ευαισθησία που περιλαμβάνει την έγνοια για τον άλλον, την καλοσύνη, τη φιλοφροσύνη – αυτά που για τον Όργουελ, ενώ συνιστούν γνωρίσματα των λαϊκών τάξεων, η αριστερά, στις περισσότερες εκδοχές της, διέβαλλε και διαβάλλει ως μικροαστικές τάσεις. Κι όταν μιλάμε για αριστερά, εννοούμε και τους διανοουμένους της: ο Μισεά επικρίνει τη δίψα τους για εξουσία, την εξεγερσιακότητα που πηγάζει από έλλειψη κοινωνικής αναγνώρισης και όχι από αυθεντικό ενδιαφέρον για τους προλετάριους για τους οποίους δήθεν κόπτονται, εντέλει την ιδεολογία τους που, όπως γράφει με ανατριχιαστική ευστοχία ο Όργουελ, «μπορεί να σας υποδείξει, την ίδια στιγμή, όχι μόνο σε ποιο άλογο πρέπει να ποντάρετε τα λεφτά σας αλλά και γιατί το συγκεκριμένο άλογο τελικά έχασε». Ο Όργουελ ανέλυσε την ξύλινη γλώσσα αυτής της ιδεολογίας (μιλά συγκεκριμένα για «μαρξιστικά αγγλικά») για να δείξει πώς μπορεί να οδηγήσει στον ολοκληρωτισμό, μα προπάντων το κατόρθωσε λογοτεχνικά με το 1984, όπου «ο Μεγάλος Αδερφός έχει το μουστάκι του Στάλιν» (Μισεά). Σε αυτό το σημείο ο Μισεά υπογραμμίζει την ανωτερότητα της λογοτεχνίας έναντι της θεωρίας, αφού «η λογοτεχνία επωφελείται από την ασάφεια και την πολυσημία των λέξεων προκειμένου να εκφράζει, στο μέτρο του δυνατού, τον κόσμο των πρωταρχικών αισθήσεων».

Με την common decency εξηγείται και ο συντηρητισμός του Όργουελ, που δεν σβήνει αξίες του παρελθόντος, αλλά πασχίζει να μπολιάσει το παρόν με τις καλύτερες από αυτές. Είναι μια κληρονομιά την οποία ο Μισεά μάς καλεί να αποδεχτούμε κριτικά, να εγκολπωθούμε για να μην ξεκινάμε πάντα από το μηδέν, καθώς ενέχει μια σοφία αιώνων που δεν πρέπει έτσι εύκολα να απορρίπτεται: η αλλαγή προς το καλύτερο είναι εφικτή από τα μέσα προς τα έξω, όχι ανάποδα. Για τον Μισεά, ο Όργουελ κατόρθωσε τρία σπουδαία πράγματα, και μάλιστα συγχρόνως: να είναι υπερασπιστής της ελευθερίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (πολέμιος του ολοκληρωτισμού), να είναι ένας αισιόδοξος ριζοσπάστης σοσιαλιστής (να μην πιστεύει στον ιστορικό ντετερμινισμό), και να είναι ένας συντηρητικός συγγραφέας (να αποδοκιμάζει την εξάλειψη του παρελθόντος). Αυτά φαίνεται να πρεσβεύει και ο ίδιος, διακατεχόμενος από έναν «γενναιόδωρο θυμό» (όπως έγραψε ο Όργουελ για τον Ντίκενς), όχι από μίσος ή μνησικακία, για τον σύγχρονο κόσμο με τις ασχήμιες και τις αδικίες του. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Άγγλος συγγραφέας εκτιμούσε τον Καμί και απεχθανόταν τον Σαρτρ, ο δε σκεπτικισμός του, που πήγαζε από την επίγνωση του πόσο σύνθετα είναι τα ανθρώπινα, τον έκανε να αποφεύγει τον αντιληπτικό αυτοματισμό πολλών διανοουμένων κι έτσι να «μην αποπειράται ποτέ να εκφέρει κάποια απλή κι οριστική κρίση για τον σύγχρονο κόσμο – είτε θετική είτε αρνητική». Τέλος, θεωρώ πως ο οργουελικός «αναρχισμός» είναι λιγότερο πολιτικός (λόγου χάρη, δεν αντιτίθεται στο κράτος) και περισσότερο λογοτεχνικός: είναι ουσιαστικά ο δημιουργικός ατομικισμός κάθε συγγραφέα, αυτό που ο Τζορτζ Στάινερ λέει για κάθε μεγάλο λογοτέχνη ότι είναι μαζί «αναρχικός και αρχιτέκτονας».

Ο Μισεά βάλλει κατά της αριστεράς από μια ελευθεριακή προοπτική εμποτισμένη όμως και με συντηρητικά στοιχεία. Στον δε σύγχρονο κόσμο της σόουμπιζ, της διαφήμισης, του θεάματος και των «επιταγών της παγκόσμιας αγοράς» βλέπει ορθά μια νέα σωματική και ψυχονοητική υποδούλωση των πολιτών με άλλα, πιο αστραφτερά, μέσα. Κάποιες θέσεις, ωστόσο, εγείρουν ερωτήματα. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ακραιφνής σχετικιστής προκειμένου να αναρωτηθεί για το κατά πόσο ο ηθικός κώδικας που ο Όργουελ διαβλέπει στις λαϊκές τάξεις, και τον οποίο ο Μισεά συμμερίζεται ως νοοτροπία και συμπεριφορά, είναι τόσο ενιαίος όσο παρουσιάζεται. Στην πράξη οι άνθρωποι, όχι μόνο διαφορετικών θρησκειών ή τάξεων ή φυλών, αλλά ακόμα και όσοι είναι αναθρεμμένοι με τα ίδια αξιακά πρότυπα, πολύ συχνά ακολουθούν διαφορετικούς ηθικούς κώδικες. Είναι δε δυνατόν η common decency να περιορίζεται στις λαϊκές τάξεις; Οι υπόλοιπες είναι εξ ορισμού αποκλεισμένες;

Συνάμα, είναι ο ηθικός κώδικας της common decency –που στα δικά μου μάτια φαντάζει επιθυμητός– έμφυτος ή επίκτητος; Ο Μισεά, ακολουθώντας τον Όργουελ, αφήνει το ερώτημα μετέωρο: αποφεύγοντας τη συζήτηση περί έμφυτου ή μη, μιλά πότε για «υπαρκτή προδιάθεση» και πότε για «στοιχειώδη ανθρώπινα συναισθήματα» (βλ. 1984). Όμως και το μίσος και ο φθόνος και το αίσθημα του σκληρού ανταγωνισμού για την επιβίωση και την ασφάλεια είναι «στοιχειώδη ανθρώπινα συναισθήματα», όσο κι αν μας δεν μας αρέσουν (στους άλλους…). Αυτά είναι φιλοσοφικά και ανθρωπολογικά ερωτήματα τα οποία ο Μισεά κληρονομεί από τον Όργουελ και στα οποία δεν εμβαθύνει. Πολύ φοβάμαι πως ο «κυνικός Μπέρναμ», τον οποίο ο Όργουελ σχολιάζει επικριτικά, έπεσε διάνα στο πώς εξελίχτηκε ο κόσμος μετά τη δεκαετία του 1940. Είναι σεβαστή, ακόμα και συγκινητική, η αισιόδοξη πίστη του Όργουελ στο καλό που έχει μέσα του ο άνθρωπος, αλλά είναι αδύνατο να αγνοήσουμε τη «σκοτεινή» πλευρά του. Εάν το κάνουμε, τότε η παγκόσμια ιστορία μοιάζει με ένα γιγάντιο λάθος.

Το βιβλίο του Μισεά για τον Όργουελ είναι ένα δυνατό δοκιμιακό έργο 150 σελίδων το οποίο δεν κουράζει τον αναγνώστη με υπέρμετρες πληροφορίες και σημειώσεις, ούτε καταφεύγει στη γνωστή στομφώδη θεωρητικολογία πολλών συναδέλφων του. Είναι ένα κείμενο θαρραλέο, αιχμηρό και επίκαιρο – όπως ακριβώς η λογοτεχνία και η σκέψη του συγγραφέα στον οποίο είναι αφιερωμένο.

* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΑΜΠΡΑΚΟΣ είναι συγγραφέας και μεταφραστής.

Τελευταίο του βιβλίο, το  λογοτεχνικό δοκίμιο «Τσαρλς Μπουκόβσκι – Ο κυνικός Κυνικός (εκδ. Γαβριηλίδης).


Απόσπασμα από το βιβλίο

«Η ανάγκη να εγκολπωθούμε έναν ορισμένο “συντηρητισμό”, την οποία τόσο συχνά νιώθει ο Όργουελ, προκύπτει ακριβώς από τούτη την έγνοια του να προστατέψει την παραδοσιακή φιλοφροσύνη και γλώσσα από τις συνέπειες της ταξικής κυριαρχίας. Διότι, όσο συνεχίζουμε ν’ ακολουθούμε την αποκαλυψιακή παράδοση που εγκαινίασαν ο Ευαγγελιστής Ιωάννης κι ο Ιερός Αυγουστίνος, εξυμνώντας την έλευση του “νέου ανθρώπου” και κηρύττοντας τη δήθεν διαρκή ανάγκη για “ολική υπέρβαση του παρελθόντος”, δε θα μπορέσουμε ποτέ όχι μόνο να πραγματώσουμε αλλά ούτε καν να συλλάβουμε με τη σκέψη μας πώς θα μπορούσε να είναι μια κοινωνία αξιοπρέπειας. Στην πραγματικότητα, ο μόνος τρόπος για “ν’ αλλάξουμε τη ζωή” είναι ν’ αποδεχτούμε πως χρειάζεται να στηριχθούμε σε μια τεράστια ανθρωπολογική, ηθική και γλωσσική κληρονομιά, της οποίας ακριβώς η παράβλεψη ή η συνειδητή απόρριψη οδήγησε τους “επαναστάτες” διανοούμενους στην οικοδόμηση των πιο διεστραμμένων και αποπνικτικών πολιτικών συστημάτων».

Η τυφλή πίστη στην τεχνολογία είναι μια πολιτική πίστη

Συνέντευξη του Φρανκ Νταμούρ στον Τάσο Τσακίρογλου για την Εφημερίδα των Συντακτών

Δοκιμιογράφος και αρχισυντάκτης της επιθεώρησης Nunc ο Φρανκ Νταμούρ απαντά (ερήμην) με φιλοσοφικά, κοινωνικά και πολιτικά επιχειρήματα στην εν πολλοίς παρανοϊκή επιδίωξη ορισμένων υπερπλούσιων (και όχι μόνο) να νικήσουν τον θάνατο και να καταστούν αθάνατοι, ένα είδος θεού. Η κριτική στην τεχνολογία μετατρέπεται σε κριτική της πολιτικής και της οικονομίας, αλλά και σε ανθρωπολογική ανάλυση της αλλοτρίωσης της εποχής μας.

Συνέντευξη

● Απευθύνατε δεκατρείς επιστολές στους ιδρυτές της Google, Λάρι Πέιτζ και Σεργκέι Μπριν, σε μια προσπάθεια να αντικρούσετε τα επιχειρήματά τους σχετικά με τον ιμορταλισμό (immortalism)[1]. Ποια είναι εν συντομία η θέση τους;

Οι ιδρυτές της Google καλλιεργούν μια τεχνολογική σχέση με τον κόσμο. Γι’ αυτούς, τα πάντα λειτουργούν σαν μια μηχανή: εάν λειτουργεί λιγότερο καλά ή εάν δεν λειτουργεί πλέον, σημαίνει ότι υπάρχει μια βλάβη, μια απλή βλάβη. Υπάρχει ένα τεχνικό ελάττωμα, το οποίο απαιτεί μια τεχνική λύση. Αυτό συμβαίνει με τους υπολογιστές, τα κοινωνικά προβλήματα και τη ζωή γενικότερα.

Ο θάνατος γι’ αυτούς αποτελεί ένα τεχνικό πρόβλημα, ένα ελάττωμα που μας κληροδότησε η εξέλιξη. Το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να λύσουμε το πρόβλημα του θανάτου. Ιδρύοντας την εταιρεία τους, την Calico, επιδιώκουν να βρουν μια τεχνική λύση για τον θάνατο. Οπως και ένας αυξανόμενος αριθμός ανθρώπων που δραστηριοποιούνται στη βιοτεχνολογία, οι Πέιτζ και Μπριν θεωρούν τα γηρατειά ασθένεια. Με την Calico θέλουν να σταματήσουν τον μηχανισμό αυτής της «ασθένειας» και ελπίζουν να αποφύγουν τον ενοχλητικό θάνατο.

● Στο βιβλίο σας, τάσσεστε υπέρ της θνητότητας των ανθρώπων, επειδή αυτή αποτελεί ένα αναπόσπαστο μέρος της φύσης μας και της αυτοσυνείδησής μας. Μας το εξηγείτε;

Ο θάνατος δεν είναι ένα τεχνικό πρόβλημα. Ακόμα και εάν εμφανίστηκε τυχαία στη διάρκεια της εξέλιξης, αποτελεί πλέον μέρος της ύπαρξής μας στον κόσμο, αποτελεί συστατικό της ανθρώπινης κατάστασής μας. Το να καταργήσουμε τον θάνατο σημαίνει να αποκηρύξουμε την ανθρωπινότητά μας. Στην πραγματικότητα, ολόκληρη η φιλοσοφία, οι τέχνες, η ποίηση και η ζωγραφική δεν έχουν πάψει στιγμή να μας θυμίζουν αυτό το γεγονός. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο θάνατος είναι ένα φυσικό γεγονός, μια ανυπέρβλητη μοίρα: φυσικά, ο άνθρωπος πάντα εξεγειρόταν κατά του θανάτου και αυτή η εξέγερση αποτελεί το κίνητρο του πολιτισμού, του χορού και του έρωτά μας. Είναι επίσης αυτό που μας κάνει να τεκνοποιούμε.

Υπάρχει μια αντίφαση: το να είσαι άνθρωπος σημαίνει να έχεις σαν ορίζοντα τον θάνατο και, την ίδια στιγμή, να αρνείσαι τον θάνατο. Αυτή η αντίφαση αποτελεί την εξίσωση της ανθρώπινης ζωής! Αυτή η θνητότητα ενώνει όλους τους ανθρώπους με τον πιο ουσιαστικό και αυθεντικό τρόπο.

● Η τυφλή πίστη στις δυνατότητες της τεχνολογίας οδηγεί στην ανορθολογική θέση πως ό,τι είναι τεχνικά δυνατό να γίνει πρέπει να υλοποιηθεί. Τι λέτε γι’ αυτό;

Αυτή είναι μια πολιτική πίστη. Προέρχεται από μια αμφιβολία σχετικά με την ικανότητα της πολιτικής να αναλάβει την ευθύνη των ανθρώπινων κοινωνιών. Αυτή η ιδέα δεν είναι εντελώς καινούργια. Στο παρελθόν, κάποιοι θεωρούσαν ότι ο μαρξισμός-λενινισμός είναι μια αξεπέραστη επιστήμη ή ότι η κοινωνιολογία του Ογκίστ Κοντ είναι ο καλύτερος τρόπος διακυβέρνησης των κοινωνιών. Αυτές οι ιδέες προέρχονται από τον 19ο αιώνα και διέτρεξαν όλο τον κόσμο κατά τη διάρκεια του 20ού.

Σήμερα, η διαφορά είναι ότι αυτή η πίστη εμφανίζεται χωρίς το λούστρο της, χωρίς άλλη ιδεολογία εκτός από εκείνη των «τεχνολογικών λύσεων». Η διακυβέρνηση των ανθρώπων έχει αντικατασταθεί από τη διακυβέρνηση των αριθμών. Φυσικά, αυτό αποτελεί μια ψευδαίσθηση, επειδή η τεχνολογία υπόκειται σε λάθη, όπως και κάθε άλλο ανθρώπινο εγχείρημα: τη βλέπουμε τέλεια επειδή θέλουμε να τη δούμε έτσι. Αυτό όμως είναι τραγικό γιατί, πιστεύοντας ότι αποδίδουμε τιμή στην ανθρώπινη ευφυΐα, απλώς τη δυσφημούμε. Το θέμα είναι να εντοπίσουμε τη ρίζα αυτής της πίστης.

● Υπονοείτε ότι πίσω από το κυνήγι της αθανασίας βρίσκεται η αλαζονεία των πλουσίων, οι οποίοι πιθανώς με αυτόν τον τρόπο θέλουν να ξεχωρίσουν από τους κοινούς θνητούς. Εχει αυτή η επιδίωξη κάποιο ταξικό υπόβαθρο;

Πιθανώς… είναι αλήθεια ότι ο Λάρι Πέιτζ και ο Σεργκέι Μπριν δεν είναι μόνοι τους: ανάμεσα στους οπαδούς της αθανασίας συναντάμε συχνά δισεκατομμυριούχους του τεχνολογικού κλάδου, οι οποίοι συχνά κάθονται πάνω σε πρόσφατα αποκτημένες περιουσίες. Εχουν γίνει απίστευτα πλούσιοι και απλώς προσπαθούν να θέσουν το βιολογικό τους σώμα στο επίπεδο της περιουσίας τους!

Την ίδια ώρα, μπορείτε να βρείτε υπερασπιστές της αθανασίας που δεν ανήκουν με κανέναν τρόπο σ’ αυτήν την κοινωνική τάξη. Για παράδειγμα, οι οπαδοί της κρυονικής[2] προέρχονται κυρίως από τη μεσαία τάξη και έχουν αναπτύξει μια σχετικά φτηνή τεχνική. Οι ακτιβιστές του διανθρωπισμού (transhumanist militants)[3], των οποίων κοινός τόπος είναι η μάχη κατά του θανάτου, συνήθως δεν είναι δισεκατομμυριούχοι της τεχνολογίας. Το αντίθετο! Ετσι, δεν μπορούμε να πούμε ότι είναι μια ιδεολογία που συνδέεται με την ταξική πάλη.

● Η λεγόμενη «βελτίωση» του ανθρώπινου είδους μέσω γενετικών και τεχνολογικών παρεμβάσεων έχει αναπαρασταθεί στη λογοτεχνία και στον κινηματογράφο μέσω αρκετών καλλιτεχνικών έργων δυστοπικού χαρακτήρα. Σε ποιον βαθμό αποτελεί αυτή η εργαλειοποίηση του ανθρώπινου σώματος χαρακτηριστικό ενός αρπακτικού τρόπου παραγωγής και κατανάλωσης όπως ο καπιταλισμός;

Ο βιοκαπιταλισμός είναι ενδεχομένως ένα νέο στάδιο σε μια μακρά διαδικασία. Ο καπιταλισμός βλέπει τον κόσμο σαν μια πηγή πόρων που μπορούν να αρπαχτούν, να πωληθούν και να αποφέρουν κέρδη. Το ανθρώπινο σώμα είναι μια νέα περιοχή προς εκμετάλλευση, όχι μόνο ως εργατική δύναμη, αλλά επίσης και ως υλικό. Αυτό το υλικό έχει ένα χαρακτηριστικό: είναι άπειρο, η ροή της ζωής δεν σταματά ποτέ! Μπορούμε άρα να κερδοσκοπούμε επ’ άπειρον…

Ομως η υπόσχεση για τον «βελτιωμένο» άνθρωπο είναι επίσης πλούσια σε κερδοσκοπία, επειδή είναι… υπόσχεση. Η τεχνοεπιστήμη και ο καπιταλισμός που τη χρηματοδοτεί ζουν με διαρκώς ανανεούμενες υποσχέσεις και δεν τους πειράζει εάν αυτές δεν εκπληρώνονται. Αυτές οι υποσχέσεις φέρνουν κεφάλαια, τα οποία πάνε και έρχονται.

● Πώς θα ήταν μια κοινωνία με αθάνατους ανθρώπους και ποιες θα ήταν οι συνέπειες για τον πλανήτη, δεδομένης της σοβαρής απειλής από την κλιματική αλλαγή;

Φυσικά, μια κοινωνία αθανάτων είναι καθαρή φαντασία. Η Γη δεν θα επιβίωνε, επειδή το τεχνικό κόστος για την επιβίωση κάποιων ελίτ θα ήταν δυσθεώρητο. Ομως, πάνω απ’ όλα, μια τέτοια κοινωνία είναι κάτι απραγματοποίητο: δεν θα επιβίωνε, γιατί μια τέτοια κοινωνία δεν θα τεκνοποιούσε πλέον. Πράγματι, γιατί να θέλει ένας αθάνατος να κάνει παιδιά; Και πώς θα ήταν ένας κόσμος χωρίς παιδιά; Θα ήταν ένας κόσμος ακίνητος και κατοικούμενος από όμοιες υπάρξεις. Ενας κόσμος χωρίς παιδιά θα ήταν μια ακίνητη κόλαση.

[1]  Ιμορταλισμός: Η ιδεολογία που βασίζεται στην επιδίωξη της αποφυγής του θανάτου και της διατήρησης της φυσικής ύπαρξης.
[2]  Η κρυονική επιστήμη υπόσχεται πως ένας πρόσφατα αποβιώσας οργανισμός μπορεί, εφόσον ψυχθεί στην κατάλληλη θερμοκρασία, να επανέλθει αργότερα στη ζωή, με την προϋπόθεση φυσικά ότι η επιστήμη θα έχει προχωρήσει αρκετά για να επιτρέπει κάτι τέτοιο.
[3]  Διανθρωπισμός (transhumanism): Η πίστη ότι το ανθρώπινο γένος μπορεί να εξελιχθεί πέραν των σημερινών φυσικών και πνευματικών του περιορισμών, κυρίως μέσω της τεχνολογίας και της επιστήμης.

Οι μακάριοι θνητοί και τα χρυσά αυγά

*Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών

Αναρωτιέμαι ξανά και ξανά: τι να σκέφτεται άραγε η χήνα…
χοροπηδά, φτεροκοπά, βουτά ξανά στο παιχνίδι:
πως είναι θνητή μήτε που το φαντάζεται…
μήτε τ’ αστραφτερά όπλα της μαγείρισσας θαρρεί.
Ω! Πάπια λευκή μου αδερφή,
εσύ διδάσκεις πως δεν υπάρχει θάνατος:
πεθαίνει μόνο αυτός που σκέφτεται.
Ομως εσύ δεν σκέφτεσαι. Ομορφη είναι η μοίρα σου!
Να σε μαγειρέψουν δεν είναι θλιβερό,
θλιβερό είναι να αναλογίζεσαι πως θα μαγειρευτείς.

(G. Gozzano, Poesie, Garzanti, Milano 1960)

 

 

Πολλοί υποστηρίζουν ότι σε μερικές δεκαετίες, η γενετική, η βιοτεχνολογία, η νανοτεχνολογία, η επιστήμη των υπολογιστών και η ρομποτική θα επιτρέψουν στην ανθρώπινη φυλή να κατευθύνει την εξέλιξή της, ακριβώς όπως το άτομο μπορεί (ενδεχομένως) να αποκτήσει τον έλεγχο του πεπρωμένου του. Σήμερα οι μεταμοσχεύσεις οργάνων είναι σχεδόν επεμβάσεις ρουτίνας, ενώ το φύλο μπορεί να αλλάξει στην κατάλληλη χειρουργική αίθουσα. Πολλές από αυτές τις πρακτικές θεωρούνται ήδη «βασικές» και υποτυπώδεις, ειδικά εάν λάβουμε υπόψη τις υποσχέσεις των βιο/νανοτεχνολογιών για δραστικές παρεμβάσεις στο μέλλον σε μοριακό επίπεδο. Ενώ οι προοπτικές και οι ευκαιρίες για καινοτομία (και κέρδη) συζητούνται πολύ συχνά, τα θεωρητικά αποτελέσματα αυτής της επιστημονικής/τεχνολογικής προόδου σπάνια έρχονται στο προσκήνιο. Πέρα από την εξάλειψη των ασθενειών και τον έλεγχο της διαδικασίας γήρανσης, για κάποιους υποτίθεται ότι έχει ήδη ανοίξει ο ορίζοντας ενός νέου, άγνωστου, κόσμου… αυτού της μετα-ανθρωπότητας των αθανάτων.

Ο Φρανκ Νταμούρ στο βιβλίο «Μακάριοι οι θνητοί γιατί είναι ακόμη ζωντανοί» (εκδόσεις Μάγμα) κάνει ακριβώς αυτό που, δυστυχώς κατά τη γνώμη μας, γίνεται σπάνια στη δημόσια σφαίρα: ανοίγει στα ίσια και με διεισδυτικό/καυστικό τρόπο αυτή τη συζήτηση διαμέσου δεκατριών επιστολών προς τους επιστήμονες της εποχής μας. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, εκτός των άλλων επιστολών, παρουσιάζει η 10η επιστολή προς τον Λάρι Πέιτζ (της Google/Alphabet Inc). Εδώ με αφορμή τη λειτουργία της εταιρείας Calico και με μια καλή δόση υγιούς ειρωνείας παρουσιάζεται ένα business plan με τίτλο του project: «Σχέδιο ανάπτυξης μιας ιμορταλιστικής κοινωνίας».

Τα βήματα που προτείνονται είναι τα γνωστά του σύγχρονου οικονομοτεχνικού κόσμου: στόχος, σχεδιασμός, χρονοδιάγραμμα, ανάπτυξη, εκτιμώμενα κέρδη. Το μαρκετίστικο σλόγκαν πρέπει να φαίνεται ιδιοφυές και για να είναι πιασάρικο οφείλει να εκπέμπει μια ορισμένη επαναστατικότητα, επομένως, Πόλεμος ενάντια στον θάνατο! Για τους ιθύνοντες των αγορών και μελλοντικούς επενδυτές το σλόγκαν είναι κομβικό, ακόμη κι αν το ίδιο το εγχείρημα είναι μια κολοσσιαία ανοησία.

Ο συγγραφέας μάς καλεί να αναλογιστούμε: Πώς θα ήταν πραγματικά ένας κόσμος αθανάτων; Θα είναι σίγουρα ένας κόσμος όπου θα κυριαρχούν οι ισχυροί, όπου μέσα σε λίγες δεκαετίες οι γενιές δεν θα έχουν μεταξύ τους καμία διαφορά. Εάν με τον θάνατο του Θεού, όπως σκιαγραφήθηκε από τον Ντοστογιέφσκι και τον Νίτσε, άρχισαν σταδιακά να επιτρέπονται όλα, τότε με τον θάνατο του θανάτου θα γίνουν όλα επιτρεπτά. Θα κυριαρχούν παντού η ακολασία, ο λιμπερτινισμός και η ατιμωρησία. Η ύβρις θα γίνει καθημερινό ψωμοτύρι και το βασικότερο: θα πάψουν να υπάρχουν παιδιά. Ομως ο Νταμούρ αναρωτιέται:

«Ποιος θα ’θελε να ζήσει σ’ έναν κόσμο δίχως παιδιά; Μπορείτε να μου βρείτε έναν καλύτερο ορισμό της κόλασης;» […] σε τελική ανάλυση για ποιον λόγο ζούμε μαζί, αν δεν πεθαίνουμε μαζί; το μόνο που θα ’χαμε από κοινού, στην τελευταία αυτή περίπτωση, θα ήταν η αθανασία και παντοδυναμία μας. Ελα όμως που δεν είμαστε θεοί του Ολύμπου, όντα δίχως προγόνους κι απογόνους! Εχετε προσέξει ότι τα παιδιά των θεών γεννιούνται ήδη ενήλικα, ως ισχυρά άλτερ έγκο των γονιών τους; Τα αθάνατα όντα δεν τεκνοποιούν. Τους αρκεί ο εαυτός τους, καθώς συνιστούν τον ίδιο κλειστό τους ιδιόκοσμο. Κλειστό σα νεκροταφείο».

Πέρα από το ότι, εν μέρει, αποκαλύπτεται το άκρως θεωρητικό, στα όρια της επιστημονικής φαντασίας, σχέδιο της «αθανασίας», οι φιλοσοφικοί προβληματισμοί του βιβλίου είναι ιδιαίτερα αξιόλογοι. Με βήματα λογικά και σταθερά ξεμπροστιάζεται η υποκρισία των δισεκατομμυριούχων φιλάνθρωπων, των αυτοδημιούργητων, που επιθυμούν να απαλλάξουν την ανθρωπότητα από τον θάνατο και, ασφαλώς για το «καλό» της, να της προσφέρουν τον μονιμότερο εφιάλτη όλων των εποχών.

Ας το σκεφτούμε με προσοχή: H γέννηση και η βιολογική/κοινωνική φροντίδα από τους γονείς μας είναι ένα τεράστιο δώρο καταγωγής, κανείς δεν γεννιέται από μόνος του. Ο άνθρωπος δεν είναι λογισμικό που μπορεί να προγραμματιστεί από το μηδέν, όπως πολύ σωστά είχε επισημάνει ο Ντοστογιέφσκι στο Υπόγειο. Η παρατεταμένη εξάρτηση του νεογνού από τους γεννήτορές του είναι χαρακτηριστικό του είδους μας, το ίδιο ισχύει και για την αλληλεπίδραση μεταξύ θνητών που μας δίνει την αίσθηση της περατότητας, των ορίων και της ταπεινότητας. Κανείς δεν περπατά μονάχος σαν αθάνατος Χαϊλάντερ, ακριβώς γιατί έχει επίγνωση του θανάτου. Αλλωστε αποτελεί ακόμη μια κολοσσιαία ανοησία η πίστη ότι o νους για τον εγκέφαλο είναι απλά ό,τι το λογισμικό για τον ηλεκτρονικό υπολογιστή.

Ο συγγραφέας γνωρίζει ότι η χήνα του Google χοροπηδά, φτεροκοπά, βουτά ξανά στο παιχνίδι του ναρκισσισμού και της ματαιοδοξίας, που στην εποχή μας γεννάει χρυσά αυγά, και κλείνει την επιστολή με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Αναφέρει το βασικότερο στοιχείο που λείπει από τους περισσότερους επιχειρηματικούς σχεδιασμούς μεγάλης κλίμακας, ειδικά στον κόσμο της υπερσύγχρονης καινοτομίας. Εκτός από την αλληλουχία ιδέα – στόχος – σχεδιασμός – χρονοδιάγραμμα – ανάπτυξη – εκτιμώμενα κέρδη, υπάρχουν πάντα και οι συνέπειες/ζημιές για την κοινωνία συνολικά. Σήμερα, όπως και στο βιβλίο, κυρίως γι’ αυτές θα έπρεπε να μιλάμε, ώστε να κρατήσουμε τη σωστή στάση μέσα στον ωκεανό των διαθέσιμων επιλογών.

Ευχόμαστε καλή ανάγνωση!

 

Καλοκαιρινές βιβλιοπροτάσεις

 

Με το μετα-ανθρώπινο σύνθημα «Σκοτώστε τον θάνατο!», κάποιοι δισεκατομμυριούχοι της Σίλικον Βάλεϊ έγιναν οι σύγχρονοι κήρυκες της μετανεωτερικής αθανασίας αλλά και οι βασικοί χρηματοδότες των τεχνοεπιστημονικών προγραμμάτων για την επίτευξή της.

Μεταξύ αυτών και οι δύο συνιδρυτές της Google, στους οποίους και απευθύνονται οι 12 ανοιχτές επιστολές που συγκροτούν αυτό το εξαιρετικά επίκαιρο βιβλίο του Φρανκ Νταμούρ.

Σύμφωνα με τον συγγραφέα, η συγκεκριμένη μάχη ενάντια στην ανθρώπινη θνητότητα ακολουθεί πιστά την αισιόδοξη και συχνά υπερφίαλη λογική του σημερινού κόσμου, σύμφωνα με την οποία ό,τι είναι τεχνολογικά εφικτό είναι και καλό και άρα θα πρέπει να υλοποιείται αβίαστα.

Ο συγγραφέας, γνωστός δοκιμιογράφος στο περιοδικό Nunc, γεννήθηκε το 1971 στο Ανταναναρίβο της Μαδαγασκάρης και θεωρείται ένας διαπρεπής ερευνητής του έργου του Ρώσου ορθόδοξου στοχαστή-θεολόγου Νικολάι Μπερντιάεφ και του Γάλου ορθόδοξου θεολόγου, ποιητή και συγγραφέα Ολιβιέ Κλεμέντ.

Η «αθνησκία» ως τέχνημα

Στο πλαίσιο των ερευνητικών ενδιαφερόντων του Φρανκ Νταμούρ εντάσσεται και η πιο πρόσφατη συστηματική ενασχόλησή του με τα βιοηθικά και κοινωνικά προβλήματα που προκύπτουν από την τεχνοϊδεολογία του «Τρανσουμανισμού», που ευαγγελίζεται τη μελλοντική υπέρβαση της ανθρώπινης κατάστασης και την έλευση του «νέου ανθρώπου», δηλαδή την επίτευξη, μέσω των επιστημονικών εξελίξεων και των βιοτεχνολογικών πρακτικών, μιας παραδείσιας μετα-ανθρώπινης κατάστασης.

Η μεγάλη αξία τού «Μακάριοι οι θνητοί» είναι ότι αναλύει κριτικά τις πραγματικές ιδεολογικές και επιστημονικές προκείμενες των πιστών του πρόσφατου κρυπτοθεολογικού δόγματος της τεχνοεπιστημονικής αθανασίας. Πρόκειται για μια σύγχρονη εκδοχή του «ιμορταλισμού», δηλαδή της ανθρώπινης «αθνησκίας», σύμφωνα με την οποία ο βιολογικός θάνατος δεν είναι πεπρωμένο και θα πρέπει να πάψει να έχει την τελευταία λέξη στη ζωή των ανθρώπων!

Η αποδοχή ή, ακόμη χειρότερα, η εφαρμογή αυτών των ιδεολογημάτων, όπως πολύ εύστοχα επισημαίνει ο συγγραφέας, θα καταργούσε όχι μόνο τα γηρατειά, αλλά και την ίδια τη νεότητα, η οποία θα έχανε κάθε νόημά της δίχως τον φόβο του γήρατος και τη συνείδηση του θανάτου. Η κατάργηση ή, έστω, η διαρκής παράταση του προσδόκιμου ζωής των ανθρώπων θα στερούσε την ανθρώπινη ζωή από κάθε νόημα και θα μετέτρεπε τους «αθάνατους» σε τεχνητά συντηρούμενα φαντάσματα.

«Πώς θα ήταν ένας κόσμος αθάνατων; Θα ήταν ένας κόσμος εντός του οποίου θα ζούσαμε πάντοτε μαζί με τους ίδιους ανθρώπους. Και σε πλήρη αντίθεση με το φαντασιακό της προόδου και της καινοτομίας -το οποίο κατά τα άλλα επαίρεστε πως σας διαπνέει εκεί στην Google- θα επρόκειτο για έναν κόσμο κοκαλωμένο κι ακίνητο!

Ας προσπαθήσουμε για μια στιγμή να φανταστούμε πώς θα ήταν η πραγματωμένη αθανασία. Είναι βέβαιο πως αν ο Μότσαρτ ήταν αθάνατος, δεν θα είχε ποτέ του συνθέσει ούτε τον “Ντον Τζιοβάνι” ούτε -κυρίως- το “Ρέκβιεμ”. Θα ’χε σάμπως νιώσει ποτέ ένας αθάνατος Ρεμπό την ανάγκη να γράψει “Μια εποχή στην κόλαση”; Δίχως το φάσμα του θανάτου κανένας τους δεν θα εξελισσόταν σε ιδιοφυΐα», όπως επισημαίνει ο Φρανκ Νταμούρ σε μια από τις μάταιες προσπάθειές του να μεταπείσει τους επίδοξους… αθάνατους.

Η ευτυχία τού να είμαστε θνητοί

 

 

Σημειώνει κάπου ο εκ Μαδαγασκάρης δοκιμιογράφος [γ. 1971] Φρανκ Νταμούρ:

«Πώς θα ήταν ένας κόσμος αθάνατων; Θα ήταν ένας κόσμος εντός του οποίου θα ζούσαμε πάντα μαζί με τους ανθρώπους. Και σε πλήρη αντίθεση με το φαντασιακό της προόδου και της καινοτομίας -το οποίο κατά τ’ άλλα επαίρεστε πως σας διαπνέει εκεί στην Google- θα επρόκειτο για έναν κόσμο κοκαλωμένο και ακίνητο! Ας προσπαθήσουμε για μια στιγμή να φανταστούμε πώς θα ήταν μια πραγματωμένη αθανασία. Είναι βέβαιο πως, αν ο Μότσαρτ ήταν αθάνατος, δεν θα είχε ποτέ του συνθέσει ούτε τον Ντον Τζοβάνι ούτε -κυρίως- το Ρέκβιεμ. Θα ’χε σάμπως νιώσει ποτέ ένας αθάνατος Ρεμπό την ανάγκη να γράψει Μια Εποχή στην Κόλαση; Δίχως το φάσμα του θανάτου κανένας τους δεν θα εξελισσόταν σε ιδιοφυΐα».

Ακόμη ένα θαυμάσιο βιβλίο [το τρίτο] από τις νεοσύστατες εκδόσεις Μάγμα με τίτλο «Μακάριοι οι θνητοί» και υπότιτλο-συνέχεια «γιατί είναι ακόμη ζωντανοί».

Πρόκειται για δεκατρείς επιστολές που απευθύνει ο συγγραφέας στους δύο δισεκατομμυριούχους συνιδρυτές της Σίλικον Βάλεϊ οι οποίοι ούτε λίγο ούτε πολύ κηρύσσουν την κατάκτηση της αθανασίας με σύνθημα «Σκοτώστε τον θάνατο».

Και μετά; Θα καταργούνταν τα γηρατειά [αλλά και η ίδια η νεότητα, η οποία θα έχανε το νόημά της δίχως τον φόβο του γήρατος];

«Είναι ευτυχία που είμαστε θνητοί, διότι διαφορετικά δεν θα μπορούσαμε να αισθανθούμε καν, δεν θα μας ενδιέφερε τίποτε. Η ευτυχία αυτή, του να είμαστε θνητοί, βιώνεται, λέει ο συγγραφέας, ως ρήξη και έκλαμψη. Διαδίδεται σαν χαρμόσυνο νέο κι ανακοινώνεται πρόσωπο με πρόσωπο, από γενιά σε γενιά: μέσα από χορούς και τραγούδια, διηγήσεις και ποιήματα – μέσα από πλήθος χειρονομιών σχεδιασμένων για τον σκοπό αυτό και, τελικά, μέσα από αμέτρητα λόγια. Η ευτυχία τού να είναι κανείς θνητός συνιστά ευλογία και δώρο όπως κι έκφραση αδελφοσύνης. Είναι η ευτυχία της θνητότητας που μας καθιστά άντρες και γυναίκες. Αν μας τη στερήσουν η ζωή χάνει το νόημά της. Ακόμη χειρότερα: σ’ ένα τέτοιο ενδεχόμενο, η ανθρώπινη ζωή θα εξαφανιζόταν».

Το σύνθημα της Google «Σκοτώστε τον θάνατο» προφανώς εξυπονοεί την προσπάθεια επιμήκυνσης του προσδόκιμου ζωής – έτσι θα πουν οι ιδρυτές της. Ναι, αυτό όμως δεν παύει να αποτελεί ένα φριχτό ιδεολόγημα με συμμάχους δήθεν τη βιοτεχνολογία και την ιατρική.

Αυτά είναι επικίνδυνα ρητορήματα πασπαλισμένα με επιστήμη – η παράταση επί μακρόν της ζωής δεν προσφέρει κάτι συναρπαστικό στον άνθρωπο, – οι ασθένειες εξακολουθούν να ανθούν και αν μερικές εξαφανίζονται εμφανίζονται καινούργιες.

Τίποτε το συγκλονιστικό, τίποτε να γεμίσει αισιοδοξία τον άνθρωπο. Αντίθετα επιμηκύνεται η ανελευθερία του και ο εμπορευματοποιημένος εαυτός του, όπως και το χάσμα της ανίας και της ανημπόριας.

Σε ποια ακριβώς ηλικία θα σκοτωθεί ο θάνατος; Τι θα γίνει με τις γεννήσεις; Θα καταργηθούν; Πού θα κατοικήσουν οι άνθρωποι;

Ας μην παρασυρόμαστε. Στη γη έχει εγκαθιδρυθεί καθεστώς ανθρώπου· κάθε τι διαφορετικό είναι αφελές και επικίνδυνο.

Εξυπνα δομημένο βιβλίο και βαθιά ηθικό – τρυφερά ανθρώπινο και επιθετικά πολιτικό και στοχαστικό. Επιπλέον: διαβάζεται μονορούφι, όσες σημειώσεις κι αν κρατά κανείς κατά την ανάγνωση.

Κάτι λέγαμε τις προάλλες για την απόλαυση της ανάγνωσης. Ιδού. Μάγμα-τα πολύτιμα.

Κατοπτρικοί παιδήλικες σε έναν μεταϊστορικό κόσμο

του Διονύση Σκλήρη

(Δημοσιεύτηκε στο 12ο τεύχος του μηνιαίου περιοδικού “Ζην”)

Ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε πρόσφατα είναι, θεωρούμε, πολύ αποκαλυπτικό για την πολιτισμική συνθήκη στην οποία ζούμε. Πρόκειται για το βιβλίο του Φιλίπ Μυρέ «Αγαπητοί τζιχαντιστές» (εκδ. Μάγμα, Αθήνα 2017, μετάφραση: Νίκος Μάλλιαρης, τίτλος πρωτοτύπου: Chers djihadistes…, Fayard, Παρίσι 2002), το οποίο είχε γραφτεί λίγο μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στις Η.Π.Α., αλλά διατηρεί την επικαιρότητά του ακόμη και σήμερα. Το βιβλίο συνοδεύεται από ένα πολύ διαφωτιστικό επίμετρο του Λάκη Προγκίδη.

Η επικαιρότητα, βεβαίως, του βιβλίου οφείλεται στη συνεχιζόμενη τις δύο τελευταίες δεκαετίες τζιχαντιστική τρομοκρατία εναντίον στόχων στην κυρίαρχη Δύση, αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο, καθώς και σε μια μεγάλη πολλαπλότητα αντιδράσεων που αυτή προκαλεί. Οι αντιδράσεις μπορεί να κυμαίνονται από τον αμυντικό και ταυτοτικό πανηγυρισμό των αξιών της Δύσης ενάντια σε αυτούς που τις επιβουλεύονται μέχρι μια ορισμένη «χαιρεκακία» από ορισμένους (όχι πολλούς ευτυχώς) για τα αντιδυτικά πλήγματα που βγάζουν με τραγικό τρόπο από τη ρουτίνα τους αστούς της Δύσης, υπενθυμίζοντας ότι τελικά η Ιστορία δεν τέλειωσε, ενώ σε έναν μεγάλο ενδιάμεσο χώρο βρίσκουμε θα λέγαμε μια αμηχανία από όσους θλίβονται για τα τραγικές απώλειες ζωών, χωρίς από την άλλη να θέλουν να προσχωρήσουν σε μια αμυντικώς οριζόμενη ταυτότητα. Το συγκεκριμένο βιβλίο του Μυρέ αποτελεί τροφή για σκέψη, όντας καυστικό και προκλητικό, ανοικτό σε πολλαπλές ερμηνείες. Αυτό που κάνει, θα λέγαμε, ο Μυρέ είναι ένα εγχείρημα αυτοκατανόησης της Δύσης σε σχέση με τον ιδιότυπο εχθρό που την υπονομεύει και έξωθεν και ένδοθεν: Έξωθεν γιατί η ταυτότητα των τζιχαντιστών θεωρείται ως ο Άλλος της Δύσης που δεν θέλει να μιανθεί από τη μολυσματική της παγκόσμια επέκταση· ένδοθεν, γιατί εντέλει οι σύγχρονοι τζιχαντιστές είναι μεταποικιακά υποκείμενα υποτελών, που αυτοπροσδιορίζονται σε σχέση με τον παγκόσμιο κυρίαρχο λόγο της Δύσης, χρησιμοποιούν την τεχνολογία της από τον οπλισμό μέχρι το Διαδίκτυο και τον κόσμο του θεάματος στον οποίο βασίζεται η λογική των τρομοκρατικών χτυπημάτων. Εξάλλου, οι επιθέσεις γίνονται συνήθως υπονομευτικά σε μεγάλα αστικά κέντρα της Δύσης, συχνά από μετανάστες δεύτερης ή τρίτης γενιάς που είναι υβριδικά υποκείμενα. Το βιβλίο περιγράφει μια κατάρρευση εκ των ένδον της Δύσης. Γενικά μάλλον καταφάσκει στο νεωτερικό πρόγραμμα και στις αξίες του Διαφωτισμού, αλλά καταδεικνύει το πώς αυτές έχουν έσωθεν ακυρωθεί σε μία ύστερη νεωτερική ή μετανεωτερική εποχή. Με λίγα λόγια η επιστολή του Μυρέ προς τον φανταστικό τζιχαντιστή συνομιλητή του θα μπορούσε να συνοψιστεί σε ένα «αξίζεις χειροκρότημα παρατεταμένο, που μπόρεσες και σκότωσες έναν πεθαμένο», όπως λέει το λαϊκό άσμα. Ο θάνατος, βέβαια, της Δύσης βαίνει παραλλήλως προς την παγκοσμιοποιητική επέκτασή της, μια διαδικασία που είχε λάβει χώρα, ας θυμηθούμε, και με έναν αντίστοιχο θάνατο του πολιτικού Ελληνισμού όταν επεκτάθηκε στην ελληνιστική και ρωμαϊκή οικουμένη.

Αυτό που πενθεί ο Μυρέ είναι κατά τον Λάκη Προγκίδη «το ελεύθερο, αυτόνομο και δημιουργικό άτομο», ο άνθρωπος που μοχθεί για την αυθυπέρβασή του και η Ιστορία ως ένα πεδίο αυτοπραγμάτωσης αυτού του ατόμου (σ. 120). Εδώ ο Μυρέ ίσως θα συμφωνούσε με μια θεώρηση «Τέλους της Ιστορίας», αλλά θρηνώντας και πενθώντας, όχι επιχαίροντας, όπως ο πρώιμος Φουκουγιάμα. Το ερώτημα που τίθεται, βεβαίως, είναι αν η τζιχαντιστική τρομοκρατία που προκαλεί επανέκκριση αδρεναλίνης στις κοινωνίες της Δύσης αίρει το Τέλος της Ιστορίας ή αν αποτελεί, αντιθέτως, μέρος της μεταϊστορικής συνθήκης. Κατά τον Μυρέ, τόσο η Δύση όσο και ο κόσμος που πρεσβεύουν οι τζιχαντιστές είναι δύο κόσμοι νεκροί και στη μεταξύ τους αναμέτρηση, αυτός που θα νικήσει θα είναι ο πιο πεθαμένος από τους δύο, δηλαδή μάλλον η Δύση.

Η σκέψη του Μυρέ γενεαλογείται προσφυώς από τον Προγκίδη στον ανάλογο στοχασμό των ΠολΒαλερύ, Έντμουντ Χούσερλ, Λουι-Φερντινάν Σελίν, Ζορζ Μπερνανός, Φλάννερι Ο’ Κόννορ, Φίλιπ Ροθ, Μίλαν Κούντερα με απώτερο πρόγονο τον Ονορέ ντε Μπαλζάκ. Πρόκειται δηλαδή για έναν συνδυασμό κοφτερού χιουμορίστα ανατόμου κοινωνικών εξελίξεων στην μπαλζακική γραμμή και ενός νοσταλγού του κραταιού Συμβολικού που θα συνείχε τις δυτικές κοινωνίες, αν και αυτό το Συμβολικό το βλέπει περισσότερο στη δυναμική του να προκαλεί διαλεκτικώς την υποκειμενοποίηση των ανθρώπων και όχι σε μια χυδαία εκδοχή της κατεστημένης ισχύος. Αυτό που κυρίως θίγει ο Μυρέ είναι η παιδικότητα του σύγχρονου δυτικού ανθρώπου, απόρροια ακριβώς της υποβάθμισης του Συμβολικού των κοινωνιών του, μια παιδικότητα που μάλλον συμβαδίζει με την ολοένα και μεγαλύτερη εμβύθισή του στον κόσμο της ψηφιακής τεχνολογίας. (Χρησιμοποιούμε τον όρο «Συμβολικό» με μια βασικά λακανική έννοια γλωσσικών, θεσμικών και άλλων οριοθετήσεων που προωθούν την υποκειμενοποίηση).Ο Μυρέ ενίοτε μάλλον συνδέει τη δικαιωματική δημοκρατία με μία συμβολική μητριαρχία (σ. 18), η οποία συνδέεται με το Τέλος της Ιστορίας ως μία διηνεκή παιδικότητα στην οποία καθηλώνεται ο δυτικός άνθρωπος θεωρώντας τον εαυτό του «αθώο» για όσα συμβαίνουν. Οι τζιχαντιστές γίνονται ένα «ψεύτικο άλλο εντός του κόσμου δίχως Άλλο» που προωθεί η Δύση (σ. 21).

Με άλλα λόγια, ο Μυρέ μάλλον θεωρεί τόσο τον σύγχρονο δυτικό, όσο και τον τζιχαντιστή ως δύο διαφορετικές εκφάνσεις του μεταϊστορικού αθώου που ωθεί έξω του την ενοχή ή που παλινδρομεί σε μία φαντασιακή παιδική ολότητα. Το οποίο γίνεται βέβαια με πολύ διαφορετικό τρόπο στις δύο περιπτώσεις. Ο Σλάβοϊ Ζίζεκ έχει παρατηρήσει ότι αυτό που συμβαίνει στην περίπτωση του ακραίου Ισλάμ είναι η κατάρρευση της αριστοτελικής διάκρισης ανάμεσα στη δυνατότητα και την ενέργεια. Για τους ακραίους Ισλαμιστές, αν κάτι είναι απλά δυνατό, τότε έχει ήδη γίνει. Με αυτή τη λογική λ.χ. απλά και μόνο η θέα της γυμνότητας ενός μέρους του γυναικείου σώματος μπορεί να δικαιολογήσει ακόμη και τον βιασμό[1] στη λογική ότι στην «πρόκληση» ακολουθεί κατά απόλυτη αναγκαιότητα η σεξουαλική «αντίδραση», έτσι ώστε να μην υπάρχει καν ανδρική ευθύνη. Αυτό, όμως, μήπως δεν σημαίνει την απόλυτη παιδικότητα του άνδρα, την απόλυτη ανευθυνότητα και εντέλει μη ανδρισμό – ενηλικίωσή του; Αυτό που περιγράφει ο Ζίζεκ ως κατάρρευση μεταξύ του αριστοτελικού δυνάμει και του ενεργείᾳ με όρους Μυρέ θα το ονομάζαμε επίσης «μεταϊστορική αθωότητα». Σε μια λογική πεπρωμένου όπου ό,τι είναι απλώς δυνατό δεν μπορεί παρά να έχει ήδη συμβεί, δεν υπάρχει χώρος για την ενδεχομενικότητα της ηθικής ευθύνης και την αντίστοιχη ενηλικίωση του ηθικού υποκειμένου.
Τον αντίστοιχο σύγχρονο δυτικό άνθρωπο ο Μυρέ τον περιγράφει ως «παιδήλικα». Παιδήλικες, δηλαδή ενήλικες που συμπεριφέρονται ως παιδιά είναι κατά τον Μυρέ «τα άτομα που παθιάζονται με τον Χάρι Πότερ και βουρκώνουν παρακολουθώντας τις περιπέτειες της καλής νεράιδας ΑμελίΠουλέν. Είναι όλοι εκείνοι που «ανακαλύπτουν ξανά τα λούτρινα ζωάκια και τις κουβερτούλες των παιδικών τους χρόνων», «διοργανώνουν βραδιές Μονόπολης, συνοδευόμενες από μια μεγάλη κούπα ζεστής σοκολάτας» και συναντιούνται σε «βραδιές για κέικ με στρουμφόμουρα», προκειμένου να δουν όλοι μαζί «τα αγαπημένα κινούμενα σχέδια της πιο τρυφερής τους ηλικίας» (σ. 26-27). Σύνθημά των παιδηλίκων είναι αυτό που ένας δημοσιογράφος συνόψισε ως «διασκεδάζουμε, δεν σκεφτόμαστε τίποτα, περνάμε τέλεια». Τα παραδείγματα του Μυρέ είναι εμφανώς από τις αρχές των ζέρος. Στην τρέχουσα Ελλάδαθα μιλούσε κανείς για την gentrification, τον «εξευγενισμό» που μετατρέπει άλλοτε κακόφημες συνοικίες με τραυματικό punctumσε διασκεδουπόλεις και παιχνιδουπόλεις, όπως το Γκάζι στην Αθήνα, ή, ακόμη πιο ύπουλα, το Μεταξουργείο, όπου χιψτέρια Μάρκο Πόλο εντοπίζουν τον τελευταίο καιρό το «TheNextBigThing»ως νομαδικοί φλανέρ. Θα μιλούσε για τις κουγκαρομπεμπέκες που πίνουν potarew ή για το πώς κλαρινοποιούνται στην Ελλάδα όλεςοι διεθνείς φυλές, από τους κλαρινοχιψτεράδες μέχρι τους κλαρινογκοθάδες. Σημειωτέον, παρεμπιπτόντως, ότι «Ιστορίες ενός παιδήλικα» είναι τίτλος βιβλίου του Χρήστου Ζαμπούνη. Χαρακτηριστικό της αλληλοσυμπλήρωσης των δύο πολιτισμών είναι κατ’ εξοχήν ότι όπως κάπως προκλητικά είχε παρατηρηθεί από σχολιαστές της 11/9, όπως ο Μυρέ, το θέαμα των αεροπλάνων να κατέρχονται και να χτυπούν τους δύο πύργους αποτελούσε μια οιονεί performanceartασύγκριτα πιο σκληρή και «ολοκληρωμένη» από αυτήν που εκπροσωπεί ο πολιτισμός του Μανχάταν με την επίδειξη αυτοτραυματισμών με αιχμηρά αντικείμενα ή κακαδιών από μύξα.

Ο Μυρέ δείχνει να διακατέχεται από μία νοσταλγία του Συμβολικού, που τον κατατάσσει μάλλον σε μια παράδοση από«γοητευτικούς αντιδραστικούς» (réactionnairescharmants) που δεν αντέχουν την κατάρρευση των ωριμαντικών οριοθετήσεων με την επέλαση της μετανεωτερικότητας. Με κάποια διάθεση τρολαρίσματος, θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει ότι είναι ο Μυρέ αυτός που αναλαμβάνει μια παιδική στάση, όταν επιθυμεί μια παλινδρόμηση σε μια προγενέστερη εποχή όπου οι συμβολικοί δεσμοί ήταν όχι μόνο πρόξενοι ιστορικότητας, αλλά και μια ζεστή προστατευτική θαλπωρή. Το ενδιαφέρον στον στοχασμό του είναι ο τρόπος με τον οποίο δείχνει ότι οι δύο κύριοι θεωρούμενοι αντίπαλοι στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, ήτοι η μετανεωτερική φιλελεύθερη Δύση και το ακραίο Ισλάμ είναι εν πολλοίς κατοπτρικοί, οδηγώντας την ανθρωπότητα από δύο τελείως αντιτιθέμενες αφετηρίες σε μία συνθήκη παιδικότητας. Από τη μια έχουμε τον άνθρωπο της «φιλελεύθερης συναίνεσης», που θεωρεί ότι είναι μονίμως αθώος και ότι οι άλλοι απλώς τον «φθονούν» για τις αξίες του, έναν άνθρωπο που παλιμπαιδίζει γιατί θεωρεί ότι έχουν υπερβαθεί τα ιστορικά διακυβεύματα και ότι ουσιαστικά οι αντίπαλοί του είναι κάποιοι δαιμονοποιημένοι παρίες εκτός παγκοσμιοποιημένου κόσμου και εκτός διαβούλευσης. Από την άλλη έχουμε τον άνθρωπο των τυφλών τρομοκρατικών χτυπημάτων, που βασίζεται στην κατά Ζίζεκ κατάρρευση της αριστοτελικής διάκρισης μεταξύ δυνάμει και ενεργείᾳ, ήτοι στην αρχή «αν κάτι είναι δυνατό είναι πεπρωμένο και έχει ήδη συμβεί», ένα διαφορετικό Τέλος της Ιστορίας που φτάνει από την επίρριψη ευθύνης στα θύματα βιασμών μέχρι τη θεώρηση ότι οι άλλοι είναι άπιστοι που αν μπορούν να σκοτωθούν θα έπρεπε να είναι ήδη σκοτωμένοι.

Τα ενδιαφέροντα ερωτήματα που τίθενται είναι αφενός ποια θα ήταν η θέση του Έλληνα παιδήλικα μεταξύ των δύο αυτών κατοπτρικών παιδηλίκων της τρέχουσας συνθήκης μας, καθώς θα μπορούσε κανείς να πει ότι ο ιδιαζόντως Νεοέλληνας παιδήλικας ζώντας σε ένα μεταίχμιο μεταξύ Ανατολής και Δύσης επιτυγχάνει να συνδυάσει χαρακτηριστικά και των δύο μορφών παιδήλικα. Και αφετέρου πώς θα μπορούσε να νοηθεί σήμερα η ωρίμαση με τρόπο που να συνιστά χειραφέτηση προς το μέλλον και όχι παλινδρόμηση στη ζεστασιά μιας παρωχημένης εποχής, όπως επιθυμούν πολλοί «συντηρητικοί προοδευτικοί», ήτοι νοσταλγοί που θέλουν να συντηρήσουν την πρόοδο. Ερωτήματα για ένα μελλοντικό σημείωμα.

 


[1]https://www.rt.com/op-ed/420444-sex-modern-world-yes-no/

Ο νέος προφητισμός

του Μανώλη Βαρδή

(Δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Αντίφωνο στις 30/01/2018)

Είναι γνωστό ότι στην Παλαιά Διαθήκη βασικό στοιχείο του προφητικού κηρύγματος ήταν η απειλή και καταδίκη του Ισραήλ για τις αμαρτίες του, πολλές φορές σκανδαλιστικά με την επίκληση του εχθρικού λαού ως τιμωρού του λαού του Θεού. Στην σημερινή εποχή δείγμα ενός τέτοιου προφητισμού μας παρέχουν δύο πολύ κοντινοί μεταξύ τους διανοητές όπως είναι ο λογοτέχνης Ουελμπέκ και ο εν πολλοίς δοκιμιογράφος Μυρέ  (Philippe Muray, 1945-2006). Στα χέρια μου έπεσε το ειρωνικό του κείμενο Chers djihadistes…(2002) στην ελληνική έκδοση «Αγαπητοί Τζιχαντιστές…», από τις εκδόσεις μάγμα.

Αφετηρία της συλλογιστικής του συγγραφέα είναι οι επιθέσεις στους δίδυμους πύργους το 2001- απεβίωσε πριν δει την εμφάνιση και την φρίκη του αυτοαποκαλούμενου Ισλαμικού Κράτους στη Συρία. Θα μπορούσε κανείς να κάνει λόγο για μία ιδιάζουσα επιτομή της κριτικής που ασκείται στο πολιτισμικό και αξιακό μοντέλο του δυτικού ανθρώπου των τελευταίων χρόνων. Επιφανειακά θα έλεγε κάποιος ότι ο Μυρέ επαναλαμβάνει αυτό που έχουν κατά καιρούς πει και άλλοι: η ισλαμιστική τρομοκρατία είναι ο «τιμωρός» μίας ήδη παρηκμασμένης Δύσης. Αυτό μόνο με μία επιφανειακή ανάγνωση. Ο Μυρέ, όπως και οι Προφήτες (ας μου επιτραπεί…), διακηρύσσει και την τιμωρία των «τιμωρών», που στην περίπτωση των τζιχαντιστών είναι η ματαιοπονία των επιθέσεων τους και η τελική αφομοίωση τους στο σύστημα στο οποίο επιτίθενται.

Η παρακμή της Δύσης συμπυκνώνεται στην υπαρξιακή φιλοσοφία της επιταγής για διασκέδαση: Διασκεδάζουμε, δε σκεφτόμαστε τίποτε, περνάμε τέλεια, επιτομείται στην έκσταση ενός δικτυωμένου- πάντα χαρούμενου-  κόσμου, που έχει επιλέξει να μισεί το παρελθόν, να λατρεύει φανατικά τη νεότητα, και να απωθεί με μανία το κακό της Ιστορίας, την αρνητική και βίαιη όψη της. Είναι ένας κόσμος Πελαγιανισμού, που στηρίζεται στην ανέμελη κατανάλωση. Κατανάλωση εικόνων πιο πολύ και από πραγμάτων. Ακόμη και οι θρηνωδίες στα χαλάσματα των δίδυμων πύργων ότι η Ιστορία επανεμφανίστηκε με το σκοτεινό της πρόσωπο, είναι μία ακόμη υπεκφυγή: όπως ο τοξικομανής που νομίζει ότι τον κυνηγάνε και αισθάνεται απειλή αν τον στραβοκοιτάξει κάποιος, έτσι και οι διανοούμενοι ανακαλύπτουν και πάλι το Γεγονός, συνηθισμένοι στην εικονική ζωή. Οι τζιχαντιστές όμως ματαιοπονούν, γιατί επιτίθενται με καταστροφική λύσσα σε ένα «πτώμα», που έχει ήδη φροντίσει να καταστρέψει τον εαυτό του. Παρατηρεί ο Μυρέ με ειρωνεία: εσείς έχετε την Ούμμα σας, τη μυστική συλλογικότητα που αφήνει άναυδους τους αρθρογράφους μας, συνηθισμένοι καθώς είναι να μας βλέπουν να σηκωνόμαστε όρθιοι σε ένδειξη σεβασμού κυρίως μπροστά στα γιαουρτάκια της Danoneπαρά στον Αλλάχ. Είχαμε, βέβαια, κάποτε κι εμείς την Θεία Κοινωνία, αλλά πλέον αποτελεί μόνο μία παμπάλαια ανάμνηση. Ο μετα-νεωτερικός πολιτισμός είναι βαθύτατα άθεος, όχι γιατί δεν πιστεύει στον Θεό, αλλά γιατί αρνείται το βασικό: η χριστιανική και ιουδαιοχριστιανική Δύση δεν πίστεψε ποτέ πως είναι αθώα. Είναι άθεος γιατί αρνείται το κακό, και όταν το συναντά θέλει να το εκμηδενίσει με τον πιο ολοκληρωτικό τρόπο, διότι δεν θέλει να διακοπεί η καθημερινή διασκέδαση.

Ο Μυρέ αφιερώνει αρκετές σελίδες σε κάτι που προφανώς του έκανε εντύπωση. Λίγες μέρες μετά το τρομοκρατικό χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου, η αγωνία ήταν να συνεχισθεί η καθημερινότητα και να εορτασθεί η γιορτή Halloween στην Αμερική. Θυμίζει πως σε ανάλογες περιπτώσεις όλοι ασχολούνται με το να συνεχισθούν οι γιορτές, οι συναυλίες, οι αθλητικοί αγώνες, παρά το αίμα και τη φρίκη. Άλλωστε, αυτή η χαρά, για τον σεβασμό της οποίας σήμερα εκλιπαρούμε, είναι το μόνο που μας έχει μείνει να κραδαίνουμε ως προσωπικό θησαυρό, ως το ίδιον μας και, συνεπώς, ως το στοιχείο εκείνο που θα θέλαμε ν’ αποτελεί ίδιον ολόκληρης της μελλοντικής ανθρωπότητας. Δεν θέλουμε και εμείς να την «πατήσουμε» όπως η Σοβιετική Ένωση, διότι, στην πραγματικότητα, ούτε η Σοβιετική Ένωση σεβόταν τη χαρά, κι αυτή ακριβώς είναι η πρωταρχική αιτία της κατάρρευσής της.

Παρά ταύτα, οι τζιχαντιστές ματαιοπονούν γιατί ο μηδενισμός τους δεν έχει στόχο. Χτυπάνε κάτι που έχει ήδη γκρεμισθεί συθέμελα. Μόνο που αυτή η κατεδάφιση είναι πια παγκόσμια, καθώς στην εποχή της ξετρελαμένης καλοσύνης ο πολιτισμικός «μπούσουλας» είναι το άγριο ξεφάντωμα, και οι εμπειρίες. Διατηρώ μία επιφύλαξη για την ενδεχόμενη αφομοίωση των τζιχαντιστών σε αυτό το μοντέλο. Ο Μυρέ δεν το διευκρινίζει απόλυτα. Ίσως γιατί δεν πρόλαβε την μετά το 2006 εικόνα της ισλαμιστικής τρομοκρατίας. Δεν πρόλαβε να δει το στυλ ζωής αυτών και την εικονική διαμεσολάβηση της ισλαμιστικής προπαγάνδας.

Για αυτό που είμαι πεπεισμένος, και ας στεναχωρώ φίλους, ότι αυτό το μοντέλο της «χαζοχαρούμενης» χριστιανικής αισιοδοξίας, που ολοένα και περισσότερο διαχέεται, είναι ένας από τους πολλούς πυλώνες του δυτικού «πτώματος».

ΥΓ. Η πλάγια γραφή είναι κείμενο του συγγραφέα, τα εισαγωγικά του συντάκτη του άρθρου.

Τα αδιέξοδα των δυτικών κοινωνιών

ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ Ν. ΜΑΛΛΙΑΡΗ

(από το ένθετο “Αναγνώσεις” της κυριακάτικης Αυγής – 21/01/2018)

 

Παρ’ όλο που ο Φιλίπ Μυρέ υπήρξε ένας πολύ σημαντικός εκπρόσωπος της γαλλικής λογοτεχνίας των τελευταίων δεκαετιών, το Αγαπητοί τζιχαντιστές… είναι μόλις το δεύτερο κείμενό του που μεταφράζεται, πρώτα στα ιταλικά και τώρα στα ελληνικά, μετά την ιταλική και την ισπανική έκδοση της Αυτοκρατορίας του Καλού (1991). Παρά την κάποια μηντιακή αναγνώριση της οποίας χαίρει τα τελευταία χρόνια στη Γαλλία, ο Μυρέ παραμένει ακόμη άγνωστος στο εξωτερικό. Με την εξαίρεση ορισμένων παλιότερων άρθρων του Λάκη Προγκίδη στην Ελευθεροτυπία ή στα Νέα, η μόνη αναφορά στο έργο του γάλλου συγγραφέα στην ελληνική γλώσσα ίσως είναι ο επίλογος που ο ίδιος Λ. Π. μάς παραχώρησε για την ανά χείρας έκδοση αλλά κι ένα παλιότερο σχόλιο του Μισέλ Ουελμπέκ[1].

Παρά το χιουμοριστικό του ύφος -χαρακτηριστικό ενός μαιτρ της σάτιρας όπως ο Μυρέ-, οι Τζιχαντιστές… είναι ένα πυκνό κείμενο, καθώς στις σελίδες του ο συγγραφέας συμπυκνώνει τα φιλοσοφικά, ανθρωπολογικά ή ακόμη και θεολογικά συμπεράσματα της ως τότε διανοητικής του πορείας. Διότι ο Μυρέ διέθετε γερή ιστορική και φιλοσοφική παιδεία όπως επίσης και μια συνολική κοσμοθεωρία. Γραμμένη στα τέλη του 2001, τούτη η ανοιχτή επιστολή χρησιμοποιεί την αναφορά στους φανταστικούς της παραλήπτες για να ειρωνευτεί και καυτηριάσει τα αδιέξοδα των δυτικών κοινωνιών. Το βασικό του συμπέρασμα, απλό όσο και βασανιστικά αφοπλιστικό, μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: Αγαπητοί τζιχαντιστές, άδικα προσπαθείτε να μας καταστρέψετε… Αυτο-καταστρεφόμαστε εδώ και καιρό και μόνοι μας!

Ως μυθιστοριογράφος, δηλαδή θεράπων μιας τέχνης κατεξοχήν νεωτερικής, ο Μυρέ θα πρέπει να ιδωθεί ως εκπρόσωπος μιας νεωτερικής κριτικής στη νεωτερικότητα: μιας κριτικής των υπερβολών που μετατρέπουν το νεωτερικό πρόταγμα της κριτικής σκέψης και του αυτόνομου υποκειμένου, στις σημερινές κοινωνίες της κατανάλωσης και της γενικευμένης διασκέδασης. Η νεωτερική μάχη του ανθρώπου να υπερβεί τον ίδιο του τον εαυτό ήταν ίδιον ενός ηρωικού ανθρώπινου όντος, που είχε στη ζωή του διαφορετικούς στόχους από τη διαρκή καλοπέραση. Τούτη είναι η θεμελιώδης και βασική διαφοροποίηση για τον Μυρέ, η οποία και συνιστά την «ανθρωπολογική μεταμόρφωση» που ορίζει την ανάδυση των σημερινών κοινωνιών: κορύφωση της προοδολάγνου, αισιόδοξης κι ουτοπικής συνιστώσας της νεωτερικότητας είναι ο σημερινός «εορτάζων άνθρωπος» κι η ανάδυση μιας κοινωνίας όπου τα πάντα είναι -ή οφείλουν να γίνονται αντιληπτά ως- γιορτή. Τα πάντα είναι ωραία, όμορφα, χαρούμενα, cool, χαλαρά, κανείς πλέον δε ντρέπεται για τίποτε, όλοι/ες είμαστε ανοικτοί/ές στον Άλλον, όλοι έχουν δικαίωμα στην άποψη, κανείς δεν κρίνει ώστε να μην κριθεί κ.ο.κ. Παντού κυριαρχεί η «θετική σκέψη» κι η «αισιοδοξία», όλοι οφείλουν να χαμογελούν και να χορεύουν.

Για τον συγγραφέα, ίδιον τούτης της μετα-ανθρωπότητας είναι ο αγώνας ενάντια στους περιορισμούς του ίδιου του Πραγματικού, η προσπάθεια να μετατρέψουμε την πραγματικότητα από «αυτό που αντιστέκεται» σε προέκταση του παραληρήματός μας -είτε υποτάσσοντάς την στις προκρούστειες εξωραϊστικές μεθόδους της πολιτικής ορθότητας, της θετικής σκέψης και της αισθητικής χειρουργικής, είτε ρευστοποιώντας την μέσω της εορταστικής εκστατικότητας και της ψευτο-πρωτοποριακής απόρριψης κάθε παρελθόντος. Φροϋδικώς θα λέγαμε ότι η ημερινή ζωή παύει να ορίζεται από την αρχή της Πραγματικότητας και υποτάσσεται στ’ αποχαυνωτικά θέλγητρα της αρχής της Ηδονής. Τα πάντα μετατρέπονται σε χαρά, γιορτή, ρέιβ πάρτι, ψυχοτρόπο τριπ: από τη θρησκεία και την τέχνη ως την πολιτική. Το σύγχρονο άτομο βρίσκεται σε μια διαρκή υπερκινητική περιδίνηση από «φεστιβάλ» σε «event» κι από «workshop» σε «πολυχώρο».

Πρόκειται για πραγματική  «ανθρωπολογική οπισθοδρόμηση», όπως διαβάζουμε στους Τζιχαντιστές…, μιας κι εντός του λούνα-παρκ της σύγχρονης Δύσης καταβάλλεται μια συστηματική προσπάθεια υπαναχώρησης, αφενός, από την ενήλικη στην παιδική ζωή και, αφετέρου, από τη δημιουργική ατομικότητα στη χυλώδη κι αποχαυνωμένη, άνευρη «ολότητα» του διασκεδάζοντος πλήθους. Το πέρασμα από την «ανθρωπότητα της ηρωικής περιόδου» στη «μετα-ανθρωπότητα» σηματοδοτεί μια θεμελιώδη οντολογική έκπτωση: την αυτοκρατορία του Καλού, όπως ονομάζει το καθεστώς αυτό ο Μυρέ, δηλαδή τη δημιουργία ενός «τέλειου» ανθρώπινου όντος, διαρκώς νέου και χωρίς παρελθόν, γιατρεμένου από κάθε τραγικότητα. Πρόκειται για την τελική νίκη του νεωτερικού ουτοπισμού της Προόδου επί της θεμελιώδους κι απερίσταλτης ατέλειας του πραγματικού, ατομικού, ιστορικά συγκεκριμένου ανθρώπινου όντος, δεμένου με το εκάστοτε παρελθόν του.

Αυτήν την ατελή ατομικότητα θέλει να υπερασπιστεί ο Μυρέ ενάντια στην αφηρημένη «ανθρωπότητα», τούτο το κατ’ εξοχήν προϊόν του νεωτερικού παραληρήματος. Αυτό είναι το χρέος της λογοτεχνίας και δη του μυθιστορήματος: η αποδόμηση των λυρικών-ουτοπικών ψευδαισθήσεων, όπως θα ‘λεγε κι ο Μίλαν Κούντερα τον οποίον τόσο εκτιμούσε. Άλλωστε για τον Μυρέ η «θετικότητα», το «Καλό» και το «εορταστικό» συνιστούν τη σημερινή εκδοχή καταπιεστικής Αφαίρεσης, η οποία ποδηγετεί το άτομο, όπως παλιότερα έκαναν το κράτος, η θρησκεία, ο πατριωτισμός, το «θέαμα».

Μπαλζκικός αλλά ταυτόχρονα με τους “μηδενιστές” Σαντ, Σελίν κι Ουελμπέκ, υπερασπιστής του νεωτερικου υποκειμένου, που αντλεί επιχειρήματα από την Καθολική θεολογία, αλλά ταυτοχρόνως κατακριτής της τάσης του εορταστικού καθεστώτος ν’ αποερωτικοποιεί το ανθρώπινο ον: Αυτό που πάντοτε αναζητούσε ο Μυρέ, με το μοναδικό χιούμορ του, ήταν “το απόλυτα ετερογενές”, το στοιχείο εκείνο που θα του επέτρεπε να υπερασπιστεί με τον πιο καθαρό τρόπο “το καταραμένο μας απόθεμα” ενάντια στο καθεστώς της γενικευμένης εορταστικότητας.

Η τάση του αυτή προς την υπερβολή δεν ακυρώνει σε καμία περίπτωση τη διαύγεια της ματιάς του. Τουναντίον μάλιστα: το γεγονός πως ακόμα κι η «δοκιμιακού» τύπου κοινωνική του κριτική (εξέχον δείγμα της οποίας είναι οι Τζιχαντιστές…) είναι γραμμένη σε λογοτεχνικό στυλ, αφήνοντας έτσι έναν σημαντικό βαθμό ασάφειας να πλανάται πάνω από το ερώτημα σχετικά με την ακριβή φύση των πολιτικών απόψεων του συγγραφέα, μπορεί να ‘χει σήμερα μόνο θετικές συνέπειες. Διότι δίνει ένα απελευθερωτικό σκούντημα στην κοιμωμένη μας συνείδηση, που αρκείται όλο και περισσότερο να κατηγοριοποιεί ιεροεξεταστικώς, ασχολούμενη όχι με το τι λέει κάθε φορά ένας συγγραφέας ή ένας στοχαστής, αλλά με το πώς, γιατί και από ποια θέση το λέει. Όχι ότι δεν έχει κι αυτό σημασία· ωστόσο η πραγματική ανάγνωση ασχολείται κατά βάση με το περιεχόμενο των ιδεών και των επιχειρημάτων κάποιου συγγραφέα, όχι με το αν είναι αντιδραστικός, φασίστας ή αριστερός.

Η πολυεπίπεδη αντιφατικότητα του Μυρέ συνιστά απτό τεκμήριο του πλούτου των ιδεών και των διαισθήσεων που μπορεί κανείς να βρει στο έργο ενός συγγραφέα που ο Ζαν Μπωντριγιάρ συγκατέλεγε στους «πολύ σπάνιους αντιστασιακούς» του καιρού μας. Το έργο του έχει πολλά να διδάξει σε όσους επιδιώκουμε μια ριζική κριτική του σύγχρονου τρόπου ζωής: μας δείχνει τα όρια συγκεκριμένων αναλύσεων αλλά και τη σχέση ακόμα και της ριζικότερης κριτικής με τον κόσμο εντός της οποίας αυτή εκδηλώνεται, προσπαθώντας να την πολεμήσει· μας δείχνει τις αντιφάσεις στις οποίες μπορεί να πέσει, την ανάγκη αλλά και ταυτόχρονα τη δυσκολία υπέρβασης των καθιερωμένων εργαλείων και σχημάτων· μας μαθαίνει τη σημασία της γλώσσας αλλά και την ανάγκη να «στοχαζόμαστε επί των συγκεκριμένων αντικειμένων και των γεγονότων του καθημερινού μας κόσμου, από τη Ντίσνεϊλαντ και την τρομοκρατία, ως την πορνογραφία, τα σούπερ μάρκετ και τον Άντι Γουόρχολ», όπως σημείωνε ο ίδιος ο Μυρέ μιλώντας για τον Μπωντριγιάρ.

Αν, όπως το θέτει ο Ζ.-Κ. Μισεά, «καμία κοινωνία εφάμιλλη των σημερινών δυνατοτήτων του ανθρώπινου είδους δε θα έχει έστω και την παραμικρή πιθανότητα ιστορικής πραγμάτωσης, καθόσον το ριζοσπαστικό κίνημα παραμένει ανήμπορο να αναγνωρίσει ρητά ότι είναι πλέον ανάγκη να αποδεχθούμε μια σειρά συντηρητικών απαιτήσεων»[2], ο εμπλουτισμός της κριτικής σκέψης σήμερα με μια μυρεϊκή προοπτική θα πρέπει να θεωρείται ως εκ των ων ουκ άνευ σε θεωρητικό και αναλυτικό επίπεδο -ανεξάρτητα απ’ τα προσωπικά χούγια και τις ιδιαίτερες συμπάθειες του ίδιου του Μυρέ.

[1] Μ. Ουελμπέκ, Μπ.-Α. Λεβί, Δημόσιος κίνδυνος, μτφρ. Λ. Σιπητάνου, Αθήνα, Εστία, 2010, σ. 107.

[2] Ζ.-Κ. Μισεά, Τζορτζ Όργουελ, ένας συντηρητικός αναρχικός (ετοιμάζεται από τις εκδόσεις «Μάγμα»).

Παρουσίαση του “Αγαπητοί Τζιχαντιστές…”

από το βιβλιοφιλικο μπλογκ akamas

 

Είναι λίγες οι φορές που νιώθω κάπως περίεργα να παρουσιάσω ένα βιβλίο και οι λόγοι είναι αρκετοί. Ο πρώτος είναι ότι πρόκειται για το πρώτο βιβλίο ενός νέου εκδοτικού οίκου, των εκδόσεων Μάγμα. Ένας νέος εκδοτικός οίκος, ο οποίος τολμά να ξεκινήσει με ένα αιρετικό θα μπορούσα να πω βιβλίο. Ένα βιβλίο ενός σημαντικού Γάλλου διανοητή, του Φιλίπ Μυρέ, ο οποίος τολμά να προσεγγίσει την επίθεση στους δίδυμους πύργους μέσα από μια διαφορετική οπτική Δεν κατηγορεί τα μέλη της Αλ Κάιντα που πραγματοποίησαν την επίθεση, αλλά τη Δυση και τον δυτικό πολιτισμό, ο οποίος βρίσκεται στα όρια της κατάρρευσης. Θεωρεί ότι έχει αποξηρανθεί από τις ιδέες του και τις αξίες του και οδηγείται σε μια παγκοσμιότητα του χρήματος, σε έναν κόσμο όπου τα ανθρώπινα δικαιώματα εφαρμόζονται απλά και μόνο για να βοηθούν τους ανθρώπους να γίνουν καλές παραγωγικές μηχανές, χωρίς να σκέφτονται και να λειτουργούν ως ένα κομμάτι της. Δεν ξέρω αν η κατάσταση που περιγράφει ο συγγραφέας είναι αναστρέψιμη, αλλά θα πρέπει να αναλογιστούμε τις συνθήκες που μας οδήγησαν ως εδώ.