Λογοτεχνία και πολιτική στον Τζορτζ Όργουελ

Του Γιώργου Λαμπράκου (δημοσιευμένο στο bookpress.gr)

Ο αυτοχαρακτηρισμός του Όργουελ ως ενός «συντηρητικού αναρχικού» (anarchist Tory), τον οποίο αξιοποιεί ο Γάλλος θεωρητικός Ζαν-Κλωντ Μισεά για να συνοψίσει τη σκέψη του σπουδαίου Άγγλου πεζογράφου και δοκιμιογράφου, μοιάζει εκ πρώτης όψεως αντιφατικός. Πώς γίνεται να είναι κανείς και συντηρητικός και αναρχικός; Άραγε συντηρητικός δεν είναι σε γενικές γραμμές αυτός που θέλει να διατηρήσει αλώβητο το παρελθόν και τις αξίες του, επιδιώκοντας έτσι το αντίθετο από ό,τι ένας αναρχικός, που αξιώνει την πλήρη ρήξη με το παρελθόν και την καθιέρωση νέων, πρωτοπόρων αξιών; Κι όμως, όπως δείχνει ο Μισεά, αυτή η έκφραση έστεκε και στέκει ακόμα. Έχει άλλωστε χρησιμοποιηθεί κι από άλλους για άλλους: ας θυμηθώ πρόχειρα τον Ουμπέρτο Έκο να χαρακτηρίζει έτσι τον Πιτιγκρίλι στην Εισαγωγή του στην Κοκαΐνα, τον Μάκη Πανώριο να αποκαλεί έτσι τον Σάμιουελ Μπάτλερ στον Πρόλογο του Έρεβον, ενώ και σε μένα έχει φανεί χρήσιμη στην ερμηνεία συγγραφέων κατά τα άλλα διαφορετικών μεταξύ τους, όπως ο Κουτσί (βλ. Ο αναρχικός συντηρητισμός στον J.M. Coetzee, Book Press, 1/10/2014), ο Ουελμπέκ, που έχει μάλιστα αυτοχαρακτηριστεί «αναρχικός της δεξιάς», και ο Μπουκόβσκι.

Τρία αλληλοσυνδεόμενα δοκίμια συγκροτούν το βιβλίο του Μισεά: «Το νόημα της ελευθερίας, δηλαδή το νόημα της γλώσσας» (1984), «Το νόημα του παρελθόντος, δηλαδή το νόημα της ηθικής» (1995) και «Σχετικά με το 1984» (1996). Ο στόχος του είναι τριπλός: να αναδείξει την πρωτοτυπία, τη διορατικότητα αλλά και την ευγένεια της πολιτικής σκέψης του Όργουελ· να ανατιμήσει ένα έργο που το θεωρεί, τουλάχιστον στη Γαλλία, υποτιμημένο· να προβάλει ένα πρόταγμα ζωής και σκέψης που, με βάση το έργο του Όργουελ, να ανταποκρίνεται στις προκλήσεις που θέτει ο καπιταλισμός στον 21ο αιώνα. Σύμφωνα με τον Μισεά, ο Όργουελ υπήρξε εξαρχής πολέμιος του υπαρκτού σοσιαλισμού της εποχής του, σε αντίθεση με πολλούς συμπατριώτες του (και όχι μόνο) που έβλεπαν στη Σοβιετική Ένωση το προοδευτικότερο καθεστώς. Ήταν αριστεριστής σε σχεδόν όλη τη δεκαετία του 1930, συμμετέχοντας στον Ισπανικό Εμφύλιο και γράφοντας σχετικά μυθιστορήματα και άρθρα στα οποία αναδείκνυε τα προβλήματα (κατόπιν των εμπειριών και της βαθιάς ενσυναίσθησής του, όχι της θεωρητικής μελέτης, όπως τονίζει ωραία ο Μισεά) των λαϊκών τάξεων, εργαζόμενων και μη.

Ωστόσο, ένα γεγονός (το σύμφωνο μη επίθεσης της ναζιστικής Γερμανίας και της ΕΣΣΔ, Ρίμπεντροπ-Μολότοφ, 1939) στάθηκε καθοριστικής σημασίας ώστε να αποδεχτεί οριστικά την αξία της φιλελεύθερης, αστικής δημοκρατίας μπροστά στους δύο τρομακτικούς ολοκληρωτισμούς. Έκτοτε ο Όργουελ επέλεγε σταθερά τον ελεύθερο κόσμο και τις αξίες του, δηλώνοντας ρητά «πίστη και αφοσίωση» στην πατρίδα του, ενώ η κριτική στα δεινά των δυτικών κοινωνιών θα γίνεται πάντα με το σκεπτικό ότι αυτά μπορούν και πρέπει να αντιμετωπίζονται βαθμιαία, όχι επαναστατικά. Το μη χείρον βέλτιστον, αλλιώς το «μικρότερο κακό» (μια φράση που παραπέμπει σε άλλο βιβλίο του Μισεά), είναι η μόνη λύση μπροστά στα στρατόπεδα συγκέντρωσης/θανάτωσης και τα γκουλάγκ. Σύμφωνα με τον Μισεά, ο Όργουελ έδειξε πως «οι δημοκρατίες δεν συνιστούν το απόλυτο κακό που καταγγέλλει η αριστερή θεωρία»: υπάρχουν κάθε άλλο από αμελητέες «διαφορές βαθμού, έντασης ή ουσίας» που πρέπει να τονίζονται στις πολιτικές συζητήσεις. Όπως έγραψε ο Όργουελ σε μια επιστολή του το 1947, εάν το δίλημμα είναι Αμερική ή Ρωσία, «θα διάλεγα πάντοτε την Αμερική».

Ο Μισεά επιμένει στην οργουελική «common decency» (κοινή εντιμότητα/ευπρέπεια), σε μια ηθική ευαισθησία που περιλαμβάνει την έγνοια για τον άλλον, την καλοσύνη, τη φιλοφροσύνη – αυτά που για τον Όργουελ, ενώ συνιστούν γνωρίσματα των λαϊκών τάξεων, η αριστερά, στις περισσότερες εκδοχές της, διέβαλλε και διαβάλλει ως μικροαστικές τάσεις. Κι όταν μιλάμε για αριστερά, εννοούμε και τους διανοουμένους της: ο Μισεά επικρίνει τη δίψα τους για εξουσία, την εξεγερσιακότητα που πηγάζει από έλλειψη κοινωνικής αναγνώρισης και όχι από αυθεντικό ενδιαφέρον για τους προλετάριους για τους οποίους δήθεν κόπτονται, εντέλει την ιδεολογία τους που, όπως γράφει με ανατριχιαστική ευστοχία ο Όργουελ, «μπορεί να σας υποδείξει, την ίδια στιγμή, όχι μόνο σε ποιο άλογο πρέπει να ποντάρετε τα λεφτά σας αλλά και γιατί το συγκεκριμένο άλογο τελικά έχασε». Ο Όργουελ ανέλυσε την ξύλινη γλώσσα αυτής της ιδεολογίας (μιλά συγκεκριμένα για «μαρξιστικά αγγλικά») για να δείξει πώς μπορεί να οδηγήσει στον ολοκληρωτισμό, μα προπάντων το κατόρθωσε λογοτεχνικά με το 1984, όπου «ο Μεγάλος Αδερφός έχει το μουστάκι του Στάλιν» (Μισεά). Σε αυτό το σημείο ο Μισεά υπογραμμίζει την ανωτερότητα της λογοτεχνίας έναντι της θεωρίας, αφού «η λογοτεχνία επωφελείται από την ασάφεια και την πολυσημία των λέξεων προκειμένου να εκφράζει, στο μέτρο του δυνατού, τον κόσμο των πρωταρχικών αισθήσεων».

Με την common decency εξηγείται και ο συντηρητισμός του Όργουελ, που δεν σβήνει αξίες του παρελθόντος, αλλά πασχίζει να μπολιάσει το παρόν με τις καλύτερες από αυτές. Είναι μια κληρονομιά την οποία ο Μισεά μάς καλεί να αποδεχτούμε κριτικά, να εγκολπωθούμε για να μην ξεκινάμε πάντα από το μηδέν, καθώς ενέχει μια σοφία αιώνων που δεν πρέπει έτσι εύκολα να απορρίπτεται: η αλλαγή προς το καλύτερο είναι εφικτή από τα μέσα προς τα έξω, όχι ανάποδα. Για τον Μισεά, ο Όργουελ κατόρθωσε τρία σπουδαία πράγματα, και μάλιστα συγχρόνως: να είναι υπερασπιστής της ελευθερίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (πολέμιος του ολοκληρωτισμού), να είναι ένας αισιόδοξος ριζοσπάστης σοσιαλιστής (να μην πιστεύει στον ιστορικό ντετερμινισμό), και να είναι ένας συντηρητικός συγγραφέας (να αποδοκιμάζει την εξάλειψη του παρελθόντος). Αυτά φαίνεται να πρεσβεύει και ο ίδιος, διακατεχόμενος από έναν «γενναιόδωρο θυμό» (όπως έγραψε ο Όργουελ για τον Ντίκενς), όχι από μίσος ή μνησικακία, για τον σύγχρονο κόσμο με τις ασχήμιες και τις αδικίες του. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Άγγλος συγγραφέας εκτιμούσε τον Καμί και απεχθανόταν τον Σαρτρ, ο δε σκεπτικισμός του, που πήγαζε από την επίγνωση του πόσο σύνθετα είναι τα ανθρώπινα, τον έκανε να αποφεύγει τον αντιληπτικό αυτοματισμό πολλών διανοουμένων κι έτσι να «μην αποπειράται ποτέ να εκφέρει κάποια απλή κι οριστική κρίση για τον σύγχρονο κόσμο – είτε θετική είτε αρνητική». Τέλος, θεωρώ πως ο οργουελικός «αναρχισμός» είναι λιγότερο πολιτικός (λόγου χάρη, δεν αντιτίθεται στο κράτος) και περισσότερο λογοτεχνικός: είναι ουσιαστικά ο δημιουργικός ατομικισμός κάθε συγγραφέα, αυτό που ο Τζορτζ Στάινερ λέει για κάθε μεγάλο λογοτέχνη ότι είναι μαζί «αναρχικός και αρχιτέκτονας».

Ο Μισεά βάλλει κατά της αριστεράς από μια ελευθεριακή προοπτική εμποτισμένη όμως και με συντηρητικά στοιχεία. Στον δε σύγχρονο κόσμο της σόουμπιζ, της διαφήμισης, του θεάματος και των «επιταγών της παγκόσμιας αγοράς» βλέπει ορθά μια νέα σωματική και ψυχονοητική υποδούλωση των πολιτών με άλλα, πιο αστραφτερά, μέσα. Κάποιες θέσεις, ωστόσο, εγείρουν ερωτήματα. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ακραιφνής σχετικιστής προκειμένου να αναρωτηθεί για το κατά πόσο ο ηθικός κώδικας που ο Όργουελ διαβλέπει στις λαϊκές τάξεις, και τον οποίο ο Μισεά συμμερίζεται ως νοοτροπία και συμπεριφορά, είναι τόσο ενιαίος όσο παρουσιάζεται. Στην πράξη οι άνθρωποι, όχι μόνο διαφορετικών θρησκειών ή τάξεων ή φυλών, αλλά ακόμα και όσοι είναι αναθρεμμένοι με τα ίδια αξιακά πρότυπα, πολύ συχνά ακολουθούν διαφορετικούς ηθικούς κώδικες. Είναι δε δυνατόν η common decency να περιορίζεται στις λαϊκές τάξεις; Οι υπόλοιπες είναι εξ ορισμού αποκλεισμένες;

Συνάμα, είναι ο ηθικός κώδικας της common decency –που στα δικά μου μάτια φαντάζει επιθυμητός– έμφυτος ή επίκτητος; Ο Μισεά, ακολουθώντας τον Όργουελ, αφήνει το ερώτημα μετέωρο: αποφεύγοντας τη συζήτηση περί έμφυτου ή μη, μιλά πότε για «υπαρκτή προδιάθεση» και πότε για «στοιχειώδη ανθρώπινα συναισθήματα» (βλ. 1984). Όμως και το μίσος και ο φθόνος και το αίσθημα του σκληρού ανταγωνισμού για την επιβίωση και την ασφάλεια είναι «στοιχειώδη ανθρώπινα συναισθήματα», όσο κι αν μας δεν μας αρέσουν (στους άλλους…). Αυτά είναι φιλοσοφικά και ανθρωπολογικά ερωτήματα τα οποία ο Μισεά κληρονομεί από τον Όργουελ και στα οποία δεν εμβαθύνει. Πολύ φοβάμαι πως ο «κυνικός Μπέρναμ», τον οποίο ο Όργουελ σχολιάζει επικριτικά, έπεσε διάνα στο πώς εξελίχτηκε ο κόσμος μετά τη δεκαετία του 1940. Είναι σεβαστή, ακόμα και συγκινητική, η αισιόδοξη πίστη του Όργουελ στο καλό που έχει μέσα του ο άνθρωπος, αλλά είναι αδύνατο να αγνοήσουμε τη «σκοτεινή» πλευρά του. Εάν το κάνουμε, τότε η παγκόσμια ιστορία μοιάζει με ένα γιγάντιο λάθος.

Το βιβλίο του Μισεά για τον Όργουελ είναι ένα δυνατό δοκιμιακό έργο 150 σελίδων το οποίο δεν κουράζει τον αναγνώστη με υπέρμετρες πληροφορίες και σημειώσεις, ούτε καταφεύγει στη γνωστή στομφώδη θεωρητικολογία πολλών συναδέλφων του. Είναι ένα κείμενο θαρραλέο, αιχμηρό και επίκαιρο – όπως ακριβώς η λογοτεχνία και η σκέψη του συγγραφέα στον οποίο είναι αφιερωμένο.

* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΑΜΠΡΑΚΟΣ είναι συγγραφέας και μεταφραστής.

Τελευταίο του βιβλίο, το  λογοτεχνικό δοκίμιο «Τσαρλς Μπουκόβσκι – Ο κυνικός Κυνικός (εκδ. Γαβριηλίδης).


Απόσπασμα από το βιβλίο

«Η ανάγκη να εγκολπωθούμε έναν ορισμένο “συντηρητισμό”, την οποία τόσο συχνά νιώθει ο Όργουελ, προκύπτει ακριβώς από τούτη την έγνοια του να προστατέψει την παραδοσιακή φιλοφροσύνη και γλώσσα από τις συνέπειες της ταξικής κυριαρχίας. Διότι, όσο συνεχίζουμε ν’ ακολουθούμε την αποκαλυψιακή παράδοση που εγκαινίασαν ο Ευαγγελιστής Ιωάννης κι ο Ιερός Αυγουστίνος, εξυμνώντας την έλευση του “νέου ανθρώπου” και κηρύττοντας τη δήθεν διαρκή ανάγκη για “ολική υπέρβαση του παρελθόντος”, δε θα μπορέσουμε ποτέ όχι μόνο να πραγματώσουμε αλλά ούτε καν να συλλάβουμε με τη σκέψη μας πώς θα μπορούσε να είναι μια κοινωνία αξιοπρέπειας. Στην πραγματικότητα, ο μόνος τρόπος για “ν’ αλλάξουμε τη ζωή” είναι ν’ αποδεχτούμε πως χρειάζεται να στηριχθούμε σε μια τεράστια ανθρωπολογική, ηθική και γλωσσική κληρονομιά, της οποίας ακριβώς η παράβλεψη ή η συνειδητή απόρριψη οδήγησε τους “επαναστάτες” διανοούμενους στην οικοδόμηση των πιο διεστραμμένων και αποπνικτικών πολιτικών συστημάτων».

Η τυφλή πίστη στην τεχνολογία είναι μια πολιτική πίστη

Συνέντευξη του Φρανκ Νταμούρ στον Τάσο Τσακίρογλου για την Εφημερίδα των Συντακτών

Δοκιμιογράφος και αρχισυντάκτης της επιθεώρησης Nunc ο Φρανκ Νταμούρ απαντά (ερήμην) με φιλοσοφικά, κοινωνικά και πολιτικά επιχειρήματα στην εν πολλοίς παρανοϊκή επιδίωξη ορισμένων υπερπλούσιων (και όχι μόνο) να νικήσουν τον θάνατο και να καταστούν αθάνατοι, ένα είδος θεού. Η κριτική στην τεχνολογία μετατρέπεται σε κριτική της πολιτικής και της οικονομίας, αλλά και σε ανθρωπολογική ανάλυση της αλλοτρίωσης της εποχής μας.

Συνέντευξη

● Απευθύνατε δεκατρείς επιστολές στους ιδρυτές της Google, Λάρι Πέιτζ και Σεργκέι Μπριν, σε μια προσπάθεια να αντικρούσετε τα επιχειρήματά τους σχετικά με τον ιμορταλισμό (immortalism)[1]. Ποια είναι εν συντομία η θέση τους;

Οι ιδρυτές της Google καλλιεργούν μια τεχνολογική σχέση με τον κόσμο. Γι’ αυτούς, τα πάντα λειτουργούν σαν μια μηχανή: εάν λειτουργεί λιγότερο καλά ή εάν δεν λειτουργεί πλέον, σημαίνει ότι υπάρχει μια βλάβη, μια απλή βλάβη. Υπάρχει ένα τεχνικό ελάττωμα, το οποίο απαιτεί μια τεχνική λύση. Αυτό συμβαίνει με τους υπολογιστές, τα κοινωνικά προβλήματα και τη ζωή γενικότερα.

Ο θάνατος γι’ αυτούς αποτελεί ένα τεχνικό πρόβλημα, ένα ελάττωμα που μας κληροδότησε η εξέλιξη. Το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να λύσουμε το πρόβλημα του θανάτου. Ιδρύοντας την εταιρεία τους, την Calico, επιδιώκουν να βρουν μια τεχνική λύση για τον θάνατο. Οπως και ένας αυξανόμενος αριθμός ανθρώπων που δραστηριοποιούνται στη βιοτεχνολογία, οι Πέιτζ και Μπριν θεωρούν τα γηρατειά ασθένεια. Με την Calico θέλουν να σταματήσουν τον μηχανισμό αυτής της «ασθένειας» και ελπίζουν να αποφύγουν τον ενοχλητικό θάνατο.

● Στο βιβλίο σας, τάσσεστε υπέρ της θνητότητας των ανθρώπων, επειδή αυτή αποτελεί ένα αναπόσπαστο μέρος της φύσης μας και της αυτοσυνείδησής μας. Μας το εξηγείτε;

Ο θάνατος δεν είναι ένα τεχνικό πρόβλημα. Ακόμα και εάν εμφανίστηκε τυχαία στη διάρκεια της εξέλιξης, αποτελεί πλέον μέρος της ύπαρξής μας στον κόσμο, αποτελεί συστατικό της ανθρώπινης κατάστασής μας. Το να καταργήσουμε τον θάνατο σημαίνει να αποκηρύξουμε την ανθρωπινότητά μας. Στην πραγματικότητα, ολόκληρη η φιλοσοφία, οι τέχνες, η ποίηση και η ζωγραφική δεν έχουν πάψει στιγμή να μας θυμίζουν αυτό το γεγονός. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο θάνατος είναι ένα φυσικό γεγονός, μια ανυπέρβλητη μοίρα: φυσικά, ο άνθρωπος πάντα εξεγειρόταν κατά του θανάτου και αυτή η εξέγερση αποτελεί το κίνητρο του πολιτισμού, του χορού και του έρωτά μας. Είναι επίσης αυτό που μας κάνει να τεκνοποιούμε.

Υπάρχει μια αντίφαση: το να είσαι άνθρωπος σημαίνει να έχεις σαν ορίζοντα τον θάνατο και, την ίδια στιγμή, να αρνείσαι τον θάνατο. Αυτή η αντίφαση αποτελεί την εξίσωση της ανθρώπινης ζωής! Αυτή η θνητότητα ενώνει όλους τους ανθρώπους με τον πιο ουσιαστικό και αυθεντικό τρόπο.

● Η τυφλή πίστη στις δυνατότητες της τεχνολογίας οδηγεί στην ανορθολογική θέση πως ό,τι είναι τεχνικά δυνατό να γίνει πρέπει να υλοποιηθεί. Τι λέτε γι’ αυτό;

Αυτή είναι μια πολιτική πίστη. Προέρχεται από μια αμφιβολία σχετικά με την ικανότητα της πολιτικής να αναλάβει την ευθύνη των ανθρώπινων κοινωνιών. Αυτή η ιδέα δεν είναι εντελώς καινούργια. Στο παρελθόν, κάποιοι θεωρούσαν ότι ο μαρξισμός-λενινισμός είναι μια αξεπέραστη επιστήμη ή ότι η κοινωνιολογία του Ογκίστ Κοντ είναι ο καλύτερος τρόπος διακυβέρνησης των κοινωνιών. Αυτές οι ιδέες προέρχονται από τον 19ο αιώνα και διέτρεξαν όλο τον κόσμο κατά τη διάρκεια του 20ού.

Σήμερα, η διαφορά είναι ότι αυτή η πίστη εμφανίζεται χωρίς το λούστρο της, χωρίς άλλη ιδεολογία εκτός από εκείνη των «τεχνολογικών λύσεων». Η διακυβέρνηση των ανθρώπων έχει αντικατασταθεί από τη διακυβέρνηση των αριθμών. Φυσικά, αυτό αποτελεί μια ψευδαίσθηση, επειδή η τεχνολογία υπόκειται σε λάθη, όπως και κάθε άλλο ανθρώπινο εγχείρημα: τη βλέπουμε τέλεια επειδή θέλουμε να τη δούμε έτσι. Αυτό όμως είναι τραγικό γιατί, πιστεύοντας ότι αποδίδουμε τιμή στην ανθρώπινη ευφυΐα, απλώς τη δυσφημούμε. Το θέμα είναι να εντοπίσουμε τη ρίζα αυτής της πίστης.

● Υπονοείτε ότι πίσω από το κυνήγι της αθανασίας βρίσκεται η αλαζονεία των πλουσίων, οι οποίοι πιθανώς με αυτόν τον τρόπο θέλουν να ξεχωρίσουν από τους κοινούς θνητούς. Εχει αυτή η επιδίωξη κάποιο ταξικό υπόβαθρο;

Πιθανώς… είναι αλήθεια ότι ο Λάρι Πέιτζ και ο Σεργκέι Μπριν δεν είναι μόνοι τους: ανάμεσα στους οπαδούς της αθανασίας συναντάμε συχνά δισεκατομμυριούχους του τεχνολογικού κλάδου, οι οποίοι συχνά κάθονται πάνω σε πρόσφατα αποκτημένες περιουσίες. Εχουν γίνει απίστευτα πλούσιοι και απλώς προσπαθούν να θέσουν το βιολογικό τους σώμα στο επίπεδο της περιουσίας τους!

Την ίδια ώρα, μπορείτε να βρείτε υπερασπιστές της αθανασίας που δεν ανήκουν με κανέναν τρόπο σ’ αυτήν την κοινωνική τάξη. Για παράδειγμα, οι οπαδοί της κρυονικής[2] προέρχονται κυρίως από τη μεσαία τάξη και έχουν αναπτύξει μια σχετικά φτηνή τεχνική. Οι ακτιβιστές του διανθρωπισμού (transhumanist militants)[3], των οποίων κοινός τόπος είναι η μάχη κατά του θανάτου, συνήθως δεν είναι δισεκατομμυριούχοι της τεχνολογίας. Το αντίθετο! Ετσι, δεν μπορούμε να πούμε ότι είναι μια ιδεολογία που συνδέεται με την ταξική πάλη.

● Η λεγόμενη «βελτίωση» του ανθρώπινου είδους μέσω γενετικών και τεχνολογικών παρεμβάσεων έχει αναπαρασταθεί στη λογοτεχνία και στον κινηματογράφο μέσω αρκετών καλλιτεχνικών έργων δυστοπικού χαρακτήρα. Σε ποιον βαθμό αποτελεί αυτή η εργαλειοποίηση του ανθρώπινου σώματος χαρακτηριστικό ενός αρπακτικού τρόπου παραγωγής και κατανάλωσης όπως ο καπιταλισμός;

Ο βιοκαπιταλισμός είναι ενδεχομένως ένα νέο στάδιο σε μια μακρά διαδικασία. Ο καπιταλισμός βλέπει τον κόσμο σαν μια πηγή πόρων που μπορούν να αρπαχτούν, να πωληθούν και να αποφέρουν κέρδη. Το ανθρώπινο σώμα είναι μια νέα περιοχή προς εκμετάλλευση, όχι μόνο ως εργατική δύναμη, αλλά επίσης και ως υλικό. Αυτό το υλικό έχει ένα χαρακτηριστικό: είναι άπειρο, η ροή της ζωής δεν σταματά ποτέ! Μπορούμε άρα να κερδοσκοπούμε επ’ άπειρον…

Ομως η υπόσχεση για τον «βελτιωμένο» άνθρωπο είναι επίσης πλούσια σε κερδοσκοπία, επειδή είναι… υπόσχεση. Η τεχνοεπιστήμη και ο καπιταλισμός που τη χρηματοδοτεί ζουν με διαρκώς ανανεούμενες υποσχέσεις και δεν τους πειράζει εάν αυτές δεν εκπληρώνονται. Αυτές οι υποσχέσεις φέρνουν κεφάλαια, τα οποία πάνε και έρχονται.

● Πώς θα ήταν μια κοινωνία με αθάνατους ανθρώπους και ποιες θα ήταν οι συνέπειες για τον πλανήτη, δεδομένης της σοβαρής απειλής από την κλιματική αλλαγή;

Φυσικά, μια κοινωνία αθανάτων είναι καθαρή φαντασία. Η Γη δεν θα επιβίωνε, επειδή το τεχνικό κόστος για την επιβίωση κάποιων ελίτ θα ήταν δυσθεώρητο. Ομως, πάνω απ’ όλα, μια τέτοια κοινωνία είναι κάτι απραγματοποίητο: δεν θα επιβίωνε, γιατί μια τέτοια κοινωνία δεν θα τεκνοποιούσε πλέον. Πράγματι, γιατί να θέλει ένας αθάνατος να κάνει παιδιά; Και πώς θα ήταν ένας κόσμος χωρίς παιδιά; Θα ήταν ένας κόσμος ακίνητος και κατοικούμενος από όμοιες υπάρξεις. Ενας κόσμος χωρίς παιδιά θα ήταν μια ακίνητη κόλαση.

[1]  Ιμορταλισμός: Η ιδεολογία που βασίζεται στην επιδίωξη της αποφυγής του θανάτου και της διατήρησης της φυσικής ύπαρξης.
[2]  Η κρυονική επιστήμη υπόσχεται πως ένας πρόσφατα αποβιώσας οργανισμός μπορεί, εφόσον ψυχθεί στην κατάλληλη θερμοκρασία, να επανέλθει αργότερα στη ζωή, με την προϋπόθεση φυσικά ότι η επιστήμη θα έχει προχωρήσει αρκετά για να επιτρέπει κάτι τέτοιο.
[3]  Διανθρωπισμός (transhumanism): Η πίστη ότι το ανθρώπινο γένος μπορεί να εξελιχθεί πέραν των σημερινών φυσικών και πνευματικών του περιορισμών, κυρίως μέσω της τεχνολογίας και της επιστήμης.

Οι μακάριοι θνητοί και τα χρυσά αυγά

*Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών

Αναρωτιέμαι ξανά και ξανά: τι να σκέφτεται άραγε η χήνα…
χοροπηδά, φτεροκοπά, βουτά ξανά στο παιχνίδι:
πως είναι θνητή μήτε που το φαντάζεται…
μήτε τ’ αστραφτερά όπλα της μαγείρισσας θαρρεί.
Ω! Πάπια λευκή μου αδερφή,
εσύ διδάσκεις πως δεν υπάρχει θάνατος:
πεθαίνει μόνο αυτός που σκέφτεται.
Ομως εσύ δεν σκέφτεσαι. Ομορφη είναι η μοίρα σου!
Να σε μαγειρέψουν δεν είναι θλιβερό,
θλιβερό είναι να αναλογίζεσαι πως θα μαγειρευτείς.

(G. Gozzano, Poesie, Garzanti, Milano 1960)

 

 

Πολλοί υποστηρίζουν ότι σε μερικές δεκαετίες, η γενετική, η βιοτεχνολογία, η νανοτεχνολογία, η επιστήμη των υπολογιστών και η ρομποτική θα επιτρέψουν στην ανθρώπινη φυλή να κατευθύνει την εξέλιξή της, ακριβώς όπως το άτομο μπορεί (ενδεχομένως) να αποκτήσει τον έλεγχο του πεπρωμένου του. Σήμερα οι μεταμοσχεύσεις οργάνων είναι σχεδόν επεμβάσεις ρουτίνας, ενώ το φύλο μπορεί να αλλάξει στην κατάλληλη χειρουργική αίθουσα. Πολλές από αυτές τις πρακτικές θεωρούνται ήδη «βασικές» και υποτυπώδεις, ειδικά εάν λάβουμε υπόψη τις υποσχέσεις των βιο/νανοτεχνολογιών για δραστικές παρεμβάσεις στο μέλλον σε μοριακό επίπεδο. Ενώ οι προοπτικές και οι ευκαιρίες για καινοτομία (και κέρδη) συζητούνται πολύ συχνά, τα θεωρητικά αποτελέσματα αυτής της επιστημονικής/τεχνολογικής προόδου σπάνια έρχονται στο προσκήνιο. Πέρα από την εξάλειψη των ασθενειών και τον έλεγχο της διαδικασίας γήρανσης, για κάποιους υποτίθεται ότι έχει ήδη ανοίξει ο ορίζοντας ενός νέου, άγνωστου, κόσμου… αυτού της μετα-ανθρωπότητας των αθανάτων.

Ο Φρανκ Νταμούρ στο βιβλίο «Μακάριοι οι θνητοί γιατί είναι ακόμη ζωντανοί» (εκδόσεις Μάγμα) κάνει ακριβώς αυτό που, δυστυχώς κατά τη γνώμη μας, γίνεται σπάνια στη δημόσια σφαίρα: ανοίγει στα ίσια και με διεισδυτικό/καυστικό τρόπο αυτή τη συζήτηση διαμέσου δεκατριών επιστολών προς τους επιστήμονες της εποχής μας. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, εκτός των άλλων επιστολών, παρουσιάζει η 10η επιστολή προς τον Λάρι Πέιτζ (της Google/Alphabet Inc). Εδώ με αφορμή τη λειτουργία της εταιρείας Calico και με μια καλή δόση υγιούς ειρωνείας παρουσιάζεται ένα business plan με τίτλο του project: «Σχέδιο ανάπτυξης μιας ιμορταλιστικής κοινωνίας».

Τα βήματα που προτείνονται είναι τα γνωστά του σύγχρονου οικονομοτεχνικού κόσμου: στόχος, σχεδιασμός, χρονοδιάγραμμα, ανάπτυξη, εκτιμώμενα κέρδη. Το μαρκετίστικο σλόγκαν πρέπει να φαίνεται ιδιοφυές και για να είναι πιασάρικο οφείλει να εκπέμπει μια ορισμένη επαναστατικότητα, επομένως, Πόλεμος ενάντια στον θάνατο! Για τους ιθύνοντες των αγορών και μελλοντικούς επενδυτές το σλόγκαν είναι κομβικό, ακόμη κι αν το ίδιο το εγχείρημα είναι μια κολοσσιαία ανοησία.

Ο συγγραφέας μάς καλεί να αναλογιστούμε: Πώς θα ήταν πραγματικά ένας κόσμος αθανάτων; Θα είναι σίγουρα ένας κόσμος όπου θα κυριαρχούν οι ισχυροί, όπου μέσα σε λίγες δεκαετίες οι γενιές δεν θα έχουν μεταξύ τους καμία διαφορά. Εάν με τον θάνατο του Θεού, όπως σκιαγραφήθηκε από τον Ντοστογιέφσκι και τον Νίτσε, άρχισαν σταδιακά να επιτρέπονται όλα, τότε με τον θάνατο του θανάτου θα γίνουν όλα επιτρεπτά. Θα κυριαρχούν παντού η ακολασία, ο λιμπερτινισμός και η ατιμωρησία. Η ύβρις θα γίνει καθημερινό ψωμοτύρι και το βασικότερο: θα πάψουν να υπάρχουν παιδιά. Ομως ο Νταμούρ αναρωτιέται:

«Ποιος θα ’θελε να ζήσει σ’ έναν κόσμο δίχως παιδιά; Μπορείτε να μου βρείτε έναν καλύτερο ορισμό της κόλασης;» […] σε τελική ανάλυση για ποιον λόγο ζούμε μαζί, αν δεν πεθαίνουμε μαζί; το μόνο που θα ’χαμε από κοινού, στην τελευταία αυτή περίπτωση, θα ήταν η αθανασία και παντοδυναμία μας. Ελα όμως που δεν είμαστε θεοί του Ολύμπου, όντα δίχως προγόνους κι απογόνους! Εχετε προσέξει ότι τα παιδιά των θεών γεννιούνται ήδη ενήλικα, ως ισχυρά άλτερ έγκο των γονιών τους; Τα αθάνατα όντα δεν τεκνοποιούν. Τους αρκεί ο εαυτός τους, καθώς συνιστούν τον ίδιο κλειστό τους ιδιόκοσμο. Κλειστό σα νεκροταφείο».

Πέρα από το ότι, εν μέρει, αποκαλύπτεται το άκρως θεωρητικό, στα όρια της επιστημονικής φαντασίας, σχέδιο της «αθανασίας», οι φιλοσοφικοί προβληματισμοί του βιβλίου είναι ιδιαίτερα αξιόλογοι. Με βήματα λογικά και σταθερά ξεμπροστιάζεται η υποκρισία των δισεκατομμυριούχων φιλάνθρωπων, των αυτοδημιούργητων, που επιθυμούν να απαλλάξουν την ανθρωπότητα από τον θάνατο και, ασφαλώς για το «καλό» της, να της προσφέρουν τον μονιμότερο εφιάλτη όλων των εποχών.

Ας το σκεφτούμε με προσοχή: H γέννηση και η βιολογική/κοινωνική φροντίδα από τους γονείς μας είναι ένα τεράστιο δώρο καταγωγής, κανείς δεν γεννιέται από μόνος του. Ο άνθρωπος δεν είναι λογισμικό που μπορεί να προγραμματιστεί από το μηδέν, όπως πολύ σωστά είχε επισημάνει ο Ντοστογιέφσκι στο Υπόγειο. Η παρατεταμένη εξάρτηση του νεογνού από τους γεννήτορές του είναι χαρακτηριστικό του είδους μας, το ίδιο ισχύει και για την αλληλεπίδραση μεταξύ θνητών που μας δίνει την αίσθηση της περατότητας, των ορίων και της ταπεινότητας. Κανείς δεν περπατά μονάχος σαν αθάνατος Χαϊλάντερ, ακριβώς γιατί έχει επίγνωση του θανάτου. Αλλωστε αποτελεί ακόμη μια κολοσσιαία ανοησία η πίστη ότι o νους για τον εγκέφαλο είναι απλά ό,τι το λογισμικό για τον ηλεκτρονικό υπολογιστή.

Ο συγγραφέας γνωρίζει ότι η χήνα του Google χοροπηδά, φτεροκοπά, βουτά ξανά στο παιχνίδι του ναρκισσισμού και της ματαιοδοξίας, που στην εποχή μας γεννάει χρυσά αυγά, και κλείνει την επιστολή με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Αναφέρει το βασικότερο στοιχείο που λείπει από τους περισσότερους επιχειρηματικούς σχεδιασμούς μεγάλης κλίμακας, ειδικά στον κόσμο της υπερσύγχρονης καινοτομίας. Εκτός από την αλληλουχία ιδέα – στόχος – σχεδιασμός – χρονοδιάγραμμα – ανάπτυξη – εκτιμώμενα κέρδη, υπάρχουν πάντα και οι συνέπειες/ζημιές για την κοινωνία συνολικά. Σήμερα, όπως και στο βιβλίο, κυρίως γι’ αυτές θα έπρεπε να μιλάμε, ώστε να κρατήσουμε τη σωστή στάση μέσα στον ωκεανό των διαθέσιμων επιλογών.

Ευχόμαστε καλή ανάγνωση!

 

Καλοκαιρινές βιβλιοπροτάσεις

 

Με το μετα-ανθρώπινο σύνθημα «Σκοτώστε τον θάνατο!», κάποιοι δισεκατομμυριούχοι της Σίλικον Βάλεϊ έγιναν οι σύγχρονοι κήρυκες της μετανεωτερικής αθανασίας αλλά και οι βασικοί χρηματοδότες των τεχνοεπιστημονικών προγραμμάτων για την επίτευξή της.

Μεταξύ αυτών και οι δύο συνιδρυτές της Google, στους οποίους και απευθύνονται οι 12 ανοιχτές επιστολές που συγκροτούν αυτό το εξαιρετικά επίκαιρο βιβλίο του Φρανκ Νταμούρ.

Σύμφωνα με τον συγγραφέα, η συγκεκριμένη μάχη ενάντια στην ανθρώπινη θνητότητα ακολουθεί πιστά την αισιόδοξη και συχνά υπερφίαλη λογική του σημερινού κόσμου, σύμφωνα με την οποία ό,τι είναι τεχνολογικά εφικτό είναι και καλό και άρα θα πρέπει να υλοποιείται αβίαστα.

Ο συγγραφέας, γνωστός δοκιμιογράφος στο περιοδικό Nunc, γεννήθηκε το 1971 στο Ανταναναρίβο της Μαδαγασκάρης και θεωρείται ένας διαπρεπής ερευνητής του έργου του Ρώσου ορθόδοξου στοχαστή-θεολόγου Νικολάι Μπερντιάεφ και του Γάλου ορθόδοξου θεολόγου, ποιητή και συγγραφέα Ολιβιέ Κλεμέντ.

Η «αθνησκία» ως τέχνημα

Στο πλαίσιο των ερευνητικών ενδιαφερόντων του Φρανκ Νταμούρ εντάσσεται και η πιο πρόσφατη συστηματική ενασχόλησή του με τα βιοηθικά και κοινωνικά προβλήματα που προκύπτουν από την τεχνοϊδεολογία του «Τρανσουμανισμού», που ευαγγελίζεται τη μελλοντική υπέρβαση της ανθρώπινης κατάστασης και την έλευση του «νέου ανθρώπου», δηλαδή την επίτευξη, μέσω των επιστημονικών εξελίξεων και των βιοτεχνολογικών πρακτικών, μιας παραδείσιας μετα-ανθρώπινης κατάστασης.

Η μεγάλη αξία τού «Μακάριοι οι θνητοί» είναι ότι αναλύει κριτικά τις πραγματικές ιδεολογικές και επιστημονικές προκείμενες των πιστών του πρόσφατου κρυπτοθεολογικού δόγματος της τεχνοεπιστημονικής αθανασίας. Πρόκειται για μια σύγχρονη εκδοχή του «ιμορταλισμού», δηλαδή της ανθρώπινης «αθνησκίας», σύμφωνα με την οποία ο βιολογικός θάνατος δεν είναι πεπρωμένο και θα πρέπει να πάψει να έχει την τελευταία λέξη στη ζωή των ανθρώπων!

Η αποδοχή ή, ακόμη χειρότερα, η εφαρμογή αυτών των ιδεολογημάτων, όπως πολύ εύστοχα επισημαίνει ο συγγραφέας, θα καταργούσε όχι μόνο τα γηρατειά, αλλά και την ίδια τη νεότητα, η οποία θα έχανε κάθε νόημά της δίχως τον φόβο του γήρατος και τη συνείδηση του θανάτου. Η κατάργηση ή, έστω, η διαρκής παράταση του προσδόκιμου ζωής των ανθρώπων θα στερούσε την ανθρώπινη ζωή από κάθε νόημα και θα μετέτρεπε τους «αθάνατους» σε τεχνητά συντηρούμενα φαντάσματα.

«Πώς θα ήταν ένας κόσμος αθάνατων; Θα ήταν ένας κόσμος εντός του οποίου θα ζούσαμε πάντοτε μαζί με τους ίδιους ανθρώπους. Και σε πλήρη αντίθεση με το φαντασιακό της προόδου και της καινοτομίας -το οποίο κατά τα άλλα επαίρεστε πως σας διαπνέει εκεί στην Google- θα επρόκειτο για έναν κόσμο κοκαλωμένο κι ακίνητο!

Ας προσπαθήσουμε για μια στιγμή να φανταστούμε πώς θα ήταν η πραγματωμένη αθανασία. Είναι βέβαιο πως αν ο Μότσαρτ ήταν αθάνατος, δεν θα είχε ποτέ του συνθέσει ούτε τον “Ντον Τζιοβάνι” ούτε -κυρίως- το “Ρέκβιεμ”. Θα ’χε σάμπως νιώσει ποτέ ένας αθάνατος Ρεμπό την ανάγκη να γράψει “Μια εποχή στην κόλαση”; Δίχως το φάσμα του θανάτου κανένας τους δεν θα εξελισσόταν σε ιδιοφυΐα», όπως επισημαίνει ο Φρανκ Νταμούρ σε μια από τις μάταιες προσπάθειές του να μεταπείσει τους επίδοξους… αθάνατους.

Η ευτυχία τού να είμαστε θνητοί

 

 

Σημειώνει κάπου ο εκ Μαδαγασκάρης δοκιμιογράφος [γ. 1971] Φρανκ Νταμούρ:

«Πώς θα ήταν ένας κόσμος αθάνατων; Θα ήταν ένας κόσμος εντός του οποίου θα ζούσαμε πάντα μαζί με τους ανθρώπους. Και σε πλήρη αντίθεση με το φαντασιακό της προόδου και της καινοτομίας -το οποίο κατά τ’ άλλα επαίρεστε πως σας διαπνέει εκεί στην Google- θα επρόκειτο για έναν κόσμο κοκαλωμένο και ακίνητο! Ας προσπαθήσουμε για μια στιγμή να φανταστούμε πώς θα ήταν μια πραγματωμένη αθανασία. Είναι βέβαιο πως, αν ο Μότσαρτ ήταν αθάνατος, δεν θα είχε ποτέ του συνθέσει ούτε τον Ντον Τζοβάνι ούτε -κυρίως- το Ρέκβιεμ. Θα ’χε σάμπως νιώσει ποτέ ένας αθάνατος Ρεμπό την ανάγκη να γράψει Μια Εποχή στην Κόλαση; Δίχως το φάσμα του θανάτου κανένας τους δεν θα εξελισσόταν σε ιδιοφυΐα».

Ακόμη ένα θαυμάσιο βιβλίο [το τρίτο] από τις νεοσύστατες εκδόσεις Μάγμα με τίτλο «Μακάριοι οι θνητοί» και υπότιτλο-συνέχεια «γιατί είναι ακόμη ζωντανοί».

Πρόκειται για δεκατρείς επιστολές που απευθύνει ο συγγραφέας στους δύο δισεκατομμυριούχους συνιδρυτές της Σίλικον Βάλεϊ οι οποίοι ούτε λίγο ούτε πολύ κηρύσσουν την κατάκτηση της αθανασίας με σύνθημα «Σκοτώστε τον θάνατο».

Και μετά; Θα καταργούνταν τα γηρατειά [αλλά και η ίδια η νεότητα, η οποία θα έχανε το νόημά της δίχως τον φόβο του γήρατος];

«Είναι ευτυχία που είμαστε θνητοί, διότι διαφορετικά δεν θα μπορούσαμε να αισθανθούμε καν, δεν θα μας ενδιέφερε τίποτε. Η ευτυχία αυτή, του να είμαστε θνητοί, βιώνεται, λέει ο συγγραφέας, ως ρήξη και έκλαμψη. Διαδίδεται σαν χαρμόσυνο νέο κι ανακοινώνεται πρόσωπο με πρόσωπο, από γενιά σε γενιά: μέσα από χορούς και τραγούδια, διηγήσεις και ποιήματα – μέσα από πλήθος χειρονομιών σχεδιασμένων για τον σκοπό αυτό και, τελικά, μέσα από αμέτρητα λόγια. Η ευτυχία τού να είναι κανείς θνητός συνιστά ευλογία και δώρο όπως κι έκφραση αδελφοσύνης. Είναι η ευτυχία της θνητότητας που μας καθιστά άντρες και γυναίκες. Αν μας τη στερήσουν η ζωή χάνει το νόημά της. Ακόμη χειρότερα: σ’ ένα τέτοιο ενδεχόμενο, η ανθρώπινη ζωή θα εξαφανιζόταν».

Το σύνθημα της Google «Σκοτώστε τον θάνατο» προφανώς εξυπονοεί την προσπάθεια επιμήκυνσης του προσδόκιμου ζωής – έτσι θα πουν οι ιδρυτές της. Ναι, αυτό όμως δεν παύει να αποτελεί ένα φριχτό ιδεολόγημα με συμμάχους δήθεν τη βιοτεχνολογία και την ιατρική.

Αυτά είναι επικίνδυνα ρητορήματα πασπαλισμένα με επιστήμη – η παράταση επί μακρόν της ζωής δεν προσφέρει κάτι συναρπαστικό στον άνθρωπο, – οι ασθένειες εξακολουθούν να ανθούν και αν μερικές εξαφανίζονται εμφανίζονται καινούργιες.

Τίποτε το συγκλονιστικό, τίποτε να γεμίσει αισιοδοξία τον άνθρωπο. Αντίθετα επιμηκύνεται η ανελευθερία του και ο εμπορευματοποιημένος εαυτός του, όπως και το χάσμα της ανίας και της ανημπόριας.

Σε ποια ακριβώς ηλικία θα σκοτωθεί ο θάνατος; Τι θα γίνει με τις γεννήσεις; Θα καταργηθούν; Πού θα κατοικήσουν οι άνθρωποι;

Ας μην παρασυρόμαστε. Στη γη έχει εγκαθιδρυθεί καθεστώς ανθρώπου· κάθε τι διαφορετικό είναι αφελές και επικίνδυνο.

Εξυπνα δομημένο βιβλίο και βαθιά ηθικό – τρυφερά ανθρώπινο και επιθετικά πολιτικό και στοχαστικό. Επιπλέον: διαβάζεται μονορούφι, όσες σημειώσεις κι αν κρατά κανείς κατά την ανάγνωση.

Κάτι λέγαμε τις προάλλες για την απόλαυση της ανάγνωσης. Ιδού. Μάγμα-τα πολύτιμα.

Κατοπτρικοί παιδήλικες σε έναν μεταϊστορικό κόσμο

του Διονύση Σκλήρη

(Δημοσιεύτηκε στο 12ο τεύχος του μηνιαίου περιοδικού “Ζην”)

Ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε πρόσφατα είναι, θεωρούμε, πολύ αποκαλυπτικό για την πολιτισμική συνθήκη στην οποία ζούμε. Πρόκειται για το βιβλίο του Φιλίπ Μυρέ «Αγαπητοί τζιχαντιστές» (εκδ. Μάγμα, Αθήνα 2017, μετάφραση: Νίκος Μάλλιαρης, τίτλος πρωτοτύπου: Chers djihadistes…, Fayard, Παρίσι 2002), το οποίο είχε γραφτεί λίγο μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στις Η.Π.Α., αλλά διατηρεί την επικαιρότητά του ακόμη και σήμερα. Το βιβλίο συνοδεύεται από ένα πολύ διαφωτιστικό επίμετρο του Λάκη Προγκίδη.

Η επικαιρότητα, βεβαίως, του βιβλίου οφείλεται στη συνεχιζόμενη τις δύο τελευταίες δεκαετίες τζιχαντιστική τρομοκρατία εναντίον στόχων στην κυρίαρχη Δύση, αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο, καθώς και σε μια μεγάλη πολλαπλότητα αντιδράσεων που αυτή προκαλεί. Οι αντιδράσεις μπορεί να κυμαίνονται από τον αμυντικό και ταυτοτικό πανηγυρισμό των αξιών της Δύσης ενάντια σε αυτούς που τις επιβουλεύονται μέχρι μια ορισμένη «χαιρεκακία» από ορισμένους (όχι πολλούς ευτυχώς) για τα αντιδυτικά πλήγματα που βγάζουν με τραγικό τρόπο από τη ρουτίνα τους αστούς της Δύσης, υπενθυμίζοντας ότι τελικά η Ιστορία δεν τέλειωσε, ενώ σε έναν μεγάλο ενδιάμεσο χώρο βρίσκουμε θα λέγαμε μια αμηχανία από όσους θλίβονται για τα τραγικές απώλειες ζωών, χωρίς από την άλλη να θέλουν να προσχωρήσουν σε μια αμυντικώς οριζόμενη ταυτότητα. Το συγκεκριμένο βιβλίο του Μυρέ αποτελεί τροφή για σκέψη, όντας καυστικό και προκλητικό, ανοικτό σε πολλαπλές ερμηνείες. Αυτό που κάνει, θα λέγαμε, ο Μυρέ είναι ένα εγχείρημα αυτοκατανόησης της Δύσης σε σχέση με τον ιδιότυπο εχθρό που την υπονομεύει και έξωθεν και ένδοθεν: Έξωθεν γιατί η ταυτότητα των τζιχαντιστών θεωρείται ως ο Άλλος της Δύσης που δεν θέλει να μιανθεί από τη μολυσματική της παγκόσμια επέκταση· ένδοθεν, γιατί εντέλει οι σύγχρονοι τζιχαντιστές είναι μεταποικιακά υποκείμενα υποτελών, που αυτοπροσδιορίζονται σε σχέση με τον παγκόσμιο κυρίαρχο λόγο της Δύσης, χρησιμοποιούν την τεχνολογία της από τον οπλισμό μέχρι το Διαδίκτυο και τον κόσμο του θεάματος στον οποίο βασίζεται η λογική των τρομοκρατικών χτυπημάτων. Εξάλλου, οι επιθέσεις γίνονται συνήθως υπονομευτικά σε μεγάλα αστικά κέντρα της Δύσης, συχνά από μετανάστες δεύτερης ή τρίτης γενιάς που είναι υβριδικά υποκείμενα. Το βιβλίο περιγράφει μια κατάρρευση εκ των ένδον της Δύσης. Γενικά μάλλον καταφάσκει στο νεωτερικό πρόγραμμα και στις αξίες του Διαφωτισμού, αλλά καταδεικνύει το πώς αυτές έχουν έσωθεν ακυρωθεί σε μία ύστερη νεωτερική ή μετανεωτερική εποχή. Με λίγα λόγια η επιστολή του Μυρέ προς τον φανταστικό τζιχαντιστή συνομιλητή του θα μπορούσε να συνοψιστεί σε ένα «αξίζεις χειροκρότημα παρατεταμένο, που μπόρεσες και σκότωσες έναν πεθαμένο», όπως λέει το λαϊκό άσμα. Ο θάνατος, βέβαια, της Δύσης βαίνει παραλλήλως προς την παγκοσμιοποιητική επέκτασή της, μια διαδικασία που είχε λάβει χώρα, ας θυμηθούμε, και με έναν αντίστοιχο θάνατο του πολιτικού Ελληνισμού όταν επεκτάθηκε στην ελληνιστική και ρωμαϊκή οικουμένη.

Αυτό που πενθεί ο Μυρέ είναι κατά τον Λάκη Προγκίδη «το ελεύθερο, αυτόνομο και δημιουργικό άτομο», ο άνθρωπος που μοχθεί για την αυθυπέρβασή του και η Ιστορία ως ένα πεδίο αυτοπραγμάτωσης αυτού του ατόμου (σ. 120). Εδώ ο Μυρέ ίσως θα συμφωνούσε με μια θεώρηση «Τέλους της Ιστορίας», αλλά θρηνώντας και πενθώντας, όχι επιχαίροντας, όπως ο πρώιμος Φουκουγιάμα. Το ερώτημα που τίθεται, βεβαίως, είναι αν η τζιχαντιστική τρομοκρατία που προκαλεί επανέκκριση αδρεναλίνης στις κοινωνίες της Δύσης αίρει το Τέλος της Ιστορίας ή αν αποτελεί, αντιθέτως, μέρος της μεταϊστορικής συνθήκης. Κατά τον Μυρέ, τόσο η Δύση όσο και ο κόσμος που πρεσβεύουν οι τζιχαντιστές είναι δύο κόσμοι νεκροί και στη μεταξύ τους αναμέτρηση, αυτός που θα νικήσει θα είναι ο πιο πεθαμένος από τους δύο, δηλαδή μάλλον η Δύση.

Η σκέψη του Μυρέ γενεαλογείται προσφυώς από τον Προγκίδη στον ανάλογο στοχασμό των ΠολΒαλερύ, Έντμουντ Χούσερλ, Λουι-Φερντινάν Σελίν, Ζορζ Μπερνανός, Φλάννερι Ο’ Κόννορ, Φίλιπ Ροθ, Μίλαν Κούντερα με απώτερο πρόγονο τον Ονορέ ντε Μπαλζάκ. Πρόκειται δηλαδή για έναν συνδυασμό κοφτερού χιουμορίστα ανατόμου κοινωνικών εξελίξεων στην μπαλζακική γραμμή και ενός νοσταλγού του κραταιού Συμβολικού που θα συνείχε τις δυτικές κοινωνίες, αν και αυτό το Συμβολικό το βλέπει περισσότερο στη δυναμική του να προκαλεί διαλεκτικώς την υποκειμενοποίηση των ανθρώπων και όχι σε μια χυδαία εκδοχή της κατεστημένης ισχύος. Αυτό που κυρίως θίγει ο Μυρέ είναι η παιδικότητα του σύγχρονου δυτικού ανθρώπου, απόρροια ακριβώς της υποβάθμισης του Συμβολικού των κοινωνιών του, μια παιδικότητα που μάλλον συμβαδίζει με την ολοένα και μεγαλύτερη εμβύθισή του στον κόσμο της ψηφιακής τεχνολογίας. (Χρησιμοποιούμε τον όρο «Συμβολικό» με μια βασικά λακανική έννοια γλωσσικών, θεσμικών και άλλων οριοθετήσεων που προωθούν την υποκειμενοποίηση).Ο Μυρέ ενίοτε μάλλον συνδέει τη δικαιωματική δημοκρατία με μία συμβολική μητριαρχία (σ. 18), η οποία συνδέεται με το Τέλος της Ιστορίας ως μία διηνεκή παιδικότητα στην οποία καθηλώνεται ο δυτικός άνθρωπος θεωρώντας τον εαυτό του «αθώο» για όσα συμβαίνουν. Οι τζιχαντιστές γίνονται ένα «ψεύτικο άλλο εντός του κόσμου δίχως Άλλο» που προωθεί η Δύση (σ. 21).

Με άλλα λόγια, ο Μυρέ μάλλον θεωρεί τόσο τον σύγχρονο δυτικό, όσο και τον τζιχαντιστή ως δύο διαφορετικές εκφάνσεις του μεταϊστορικού αθώου που ωθεί έξω του την ενοχή ή που παλινδρομεί σε μία φαντασιακή παιδική ολότητα. Το οποίο γίνεται βέβαια με πολύ διαφορετικό τρόπο στις δύο περιπτώσεις. Ο Σλάβοϊ Ζίζεκ έχει παρατηρήσει ότι αυτό που συμβαίνει στην περίπτωση του ακραίου Ισλάμ είναι η κατάρρευση της αριστοτελικής διάκρισης ανάμεσα στη δυνατότητα και την ενέργεια. Για τους ακραίους Ισλαμιστές, αν κάτι είναι απλά δυνατό, τότε έχει ήδη γίνει. Με αυτή τη λογική λ.χ. απλά και μόνο η θέα της γυμνότητας ενός μέρους του γυναικείου σώματος μπορεί να δικαιολογήσει ακόμη και τον βιασμό[1] στη λογική ότι στην «πρόκληση» ακολουθεί κατά απόλυτη αναγκαιότητα η σεξουαλική «αντίδραση», έτσι ώστε να μην υπάρχει καν ανδρική ευθύνη. Αυτό, όμως, μήπως δεν σημαίνει την απόλυτη παιδικότητα του άνδρα, την απόλυτη ανευθυνότητα και εντέλει μη ανδρισμό – ενηλικίωσή του; Αυτό που περιγράφει ο Ζίζεκ ως κατάρρευση μεταξύ του αριστοτελικού δυνάμει και του ενεργείᾳ με όρους Μυρέ θα το ονομάζαμε επίσης «μεταϊστορική αθωότητα». Σε μια λογική πεπρωμένου όπου ό,τι είναι απλώς δυνατό δεν μπορεί παρά να έχει ήδη συμβεί, δεν υπάρχει χώρος για την ενδεχομενικότητα της ηθικής ευθύνης και την αντίστοιχη ενηλικίωση του ηθικού υποκειμένου.
Τον αντίστοιχο σύγχρονο δυτικό άνθρωπο ο Μυρέ τον περιγράφει ως «παιδήλικα». Παιδήλικες, δηλαδή ενήλικες που συμπεριφέρονται ως παιδιά είναι κατά τον Μυρέ «τα άτομα που παθιάζονται με τον Χάρι Πότερ και βουρκώνουν παρακολουθώντας τις περιπέτειες της καλής νεράιδας ΑμελίΠουλέν. Είναι όλοι εκείνοι που «ανακαλύπτουν ξανά τα λούτρινα ζωάκια και τις κουβερτούλες των παιδικών τους χρόνων», «διοργανώνουν βραδιές Μονόπολης, συνοδευόμενες από μια μεγάλη κούπα ζεστής σοκολάτας» και συναντιούνται σε «βραδιές για κέικ με στρουμφόμουρα», προκειμένου να δουν όλοι μαζί «τα αγαπημένα κινούμενα σχέδια της πιο τρυφερής τους ηλικίας» (σ. 26-27). Σύνθημά των παιδηλίκων είναι αυτό που ένας δημοσιογράφος συνόψισε ως «διασκεδάζουμε, δεν σκεφτόμαστε τίποτα, περνάμε τέλεια». Τα παραδείγματα του Μυρέ είναι εμφανώς από τις αρχές των ζέρος. Στην τρέχουσα Ελλάδαθα μιλούσε κανείς για την gentrification, τον «εξευγενισμό» που μετατρέπει άλλοτε κακόφημες συνοικίες με τραυματικό punctumσε διασκεδουπόλεις και παιχνιδουπόλεις, όπως το Γκάζι στην Αθήνα, ή, ακόμη πιο ύπουλα, το Μεταξουργείο, όπου χιψτέρια Μάρκο Πόλο εντοπίζουν τον τελευταίο καιρό το «TheNextBigThing»ως νομαδικοί φλανέρ. Θα μιλούσε για τις κουγκαρομπεμπέκες που πίνουν potarew ή για το πώς κλαρινοποιούνται στην Ελλάδα όλεςοι διεθνείς φυλές, από τους κλαρινοχιψτεράδες μέχρι τους κλαρινογκοθάδες. Σημειωτέον, παρεμπιπτόντως, ότι «Ιστορίες ενός παιδήλικα» είναι τίτλος βιβλίου του Χρήστου Ζαμπούνη. Χαρακτηριστικό της αλληλοσυμπλήρωσης των δύο πολιτισμών είναι κατ’ εξοχήν ότι όπως κάπως προκλητικά είχε παρατηρηθεί από σχολιαστές της 11/9, όπως ο Μυρέ, το θέαμα των αεροπλάνων να κατέρχονται και να χτυπούν τους δύο πύργους αποτελούσε μια οιονεί performanceartασύγκριτα πιο σκληρή και «ολοκληρωμένη» από αυτήν που εκπροσωπεί ο πολιτισμός του Μανχάταν με την επίδειξη αυτοτραυματισμών με αιχμηρά αντικείμενα ή κακαδιών από μύξα.

Ο Μυρέ δείχνει να διακατέχεται από μία νοσταλγία του Συμβολικού, που τον κατατάσσει μάλλον σε μια παράδοση από«γοητευτικούς αντιδραστικούς» (réactionnairescharmants) που δεν αντέχουν την κατάρρευση των ωριμαντικών οριοθετήσεων με την επέλαση της μετανεωτερικότητας. Με κάποια διάθεση τρολαρίσματος, θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει ότι είναι ο Μυρέ αυτός που αναλαμβάνει μια παιδική στάση, όταν επιθυμεί μια παλινδρόμηση σε μια προγενέστερη εποχή όπου οι συμβολικοί δεσμοί ήταν όχι μόνο πρόξενοι ιστορικότητας, αλλά και μια ζεστή προστατευτική θαλπωρή. Το ενδιαφέρον στον στοχασμό του είναι ο τρόπος με τον οποίο δείχνει ότι οι δύο κύριοι θεωρούμενοι αντίπαλοι στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, ήτοι η μετανεωτερική φιλελεύθερη Δύση και το ακραίο Ισλάμ είναι εν πολλοίς κατοπτρικοί, οδηγώντας την ανθρωπότητα από δύο τελείως αντιτιθέμενες αφετηρίες σε μία συνθήκη παιδικότητας. Από τη μια έχουμε τον άνθρωπο της «φιλελεύθερης συναίνεσης», που θεωρεί ότι είναι μονίμως αθώος και ότι οι άλλοι απλώς τον «φθονούν» για τις αξίες του, έναν άνθρωπο που παλιμπαιδίζει γιατί θεωρεί ότι έχουν υπερβαθεί τα ιστορικά διακυβεύματα και ότι ουσιαστικά οι αντίπαλοί του είναι κάποιοι δαιμονοποιημένοι παρίες εκτός παγκοσμιοποιημένου κόσμου και εκτός διαβούλευσης. Από την άλλη έχουμε τον άνθρωπο των τυφλών τρομοκρατικών χτυπημάτων, που βασίζεται στην κατά Ζίζεκ κατάρρευση της αριστοτελικής διάκρισης μεταξύ δυνάμει και ενεργείᾳ, ήτοι στην αρχή «αν κάτι είναι δυνατό είναι πεπρωμένο και έχει ήδη συμβεί», ένα διαφορετικό Τέλος της Ιστορίας που φτάνει από την επίρριψη ευθύνης στα θύματα βιασμών μέχρι τη θεώρηση ότι οι άλλοι είναι άπιστοι που αν μπορούν να σκοτωθούν θα έπρεπε να είναι ήδη σκοτωμένοι.

Τα ενδιαφέροντα ερωτήματα που τίθενται είναι αφενός ποια θα ήταν η θέση του Έλληνα παιδήλικα μεταξύ των δύο αυτών κατοπτρικών παιδηλίκων της τρέχουσας συνθήκης μας, καθώς θα μπορούσε κανείς να πει ότι ο ιδιαζόντως Νεοέλληνας παιδήλικας ζώντας σε ένα μεταίχμιο μεταξύ Ανατολής και Δύσης επιτυγχάνει να συνδυάσει χαρακτηριστικά και των δύο μορφών παιδήλικα. Και αφετέρου πώς θα μπορούσε να νοηθεί σήμερα η ωρίμαση με τρόπο που να συνιστά χειραφέτηση προς το μέλλον και όχι παλινδρόμηση στη ζεστασιά μιας παρωχημένης εποχής, όπως επιθυμούν πολλοί «συντηρητικοί προοδευτικοί», ήτοι νοσταλγοί που θέλουν να συντηρήσουν την πρόοδο. Ερωτήματα για ένα μελλοντικό σημείωμα.

 


[1]https://www.rt.com/op-ed/420444-sex-modern-world-yes-no/

Ο νέος προφητισμός

του Μανώλη Βαρδή

(Δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Αντίφωνο στις 30/01/2018)

Είναι γνωστό ότι στην Παλαιά Διαθήκη βασικό στοιχείο του προφητικού κηρύγματος ήταν η απειλή και καταδίκη του Ισραήλ για τις αμαρτίες του, πολλές φορές σκανδαλιστικά με την επίκληση του εχθρικού λαού ως τιμωρού του λαού του Θεού. Στην σημερινή εποχή δείγμα ενός τέτοιου προφητισμού μας παρέχουν δύο πολύ κοντινοί μεταξύ τους διανοητές όπως είναι ο λογοτέχνης Ουελμπέκ και ο εν πολλοίς δοκιμιογράφος Μυρέ  (Philippe Muray, 1945-2006). Στα χέρια μου έπεσε το ειρωνικό του κείμενο Chers djihadistes…(2002) στην ελληνική έκδοση «Αγαπητοί Τζιχαντιστές…», από τις εκδόσεις μάγμα.

Αφετηρία της συλλογιστικής του συγγραφέα είναι οι επιθέσεις στους δίδυμους πύργους το 2001- απεβίωσε πριν δει την εμφάνιση και την φρίκη του αυτοαποκαλούμενου Ισλαμικού Κράτους στη Συρία. Θα μπορούσε κανείς να κάνει λόγο για μία ιδιάζουσα επιτομή της κριτικής που ασκείται στο πολιτισμικό και αξιακό μοντέλο του δυτικού ανθρώπου των τελευταίων χρόνων. Επιφανειακά θα έλεγε κάποιος ότι ο Μυρέ επαναλαμβάνει αυτό που έχουν κατά καιρούς πει και άλλοι: η ισλαμιστική τρομοκρατία είναι ο «τιμωρός» μίας ήδη παρηκμασμένης Δύσης. Αυτό μόνο με μία επιφανειακή ανάγνωση. Ο Μυρέ, όπως και οι Προφήτες (ας μου επιτραπεί…), διακηρύσσει και την τιμωρία των «τιμωρών», που στην περίπτωση των τζιχαντιστών είναι η ματαιοπονία των επιθέσεων τους και η τελική αφομοίωση τους στο σύστημα στο οποίο επιτίθενται.

Η παρακμή της Δύσης συμπυκνώνεται στην υπαρξιακή φιλοσοφία της επιταγής για διασκέδαση: Διασκεδάζουμε, δε σκεφτόμαστε τίποτε, περνάμε τέλεια, επιτομείται στην έκσταση ενός δικτυωμένου- πάντα χαρούμενου-  κόσμου, που έχει επιλέξει να μισεί το παρελθόν, να λατρεύει φανατικά τη νεότητα, και να απωθεί με μανία το κακό της Ιστορίας, την αρνητική και βίαιη όψη της. Είναι ένας κόσμος Πελαγιανισμού, που στηρίζεται στην ανέμελη κατανάλωση. Κατανάλωση εικόνων πιο πολύ και από πραγμάτων. Ακόμη και οι θρηνωδίες στα χαλάσματα των δίδυμων πύργων ότι η Ιστορία επανεμφανίστηκε με το σκοτεινό της πρόσωπο, είναι μία ακόμη υπεκφυγή: όπως ο τοξικομανής που νομίζει ότι τον κυνηγάνε και αισθάνεται απειλή αν τον στραβοκοιτάξει κάποιος, έτσι και οι διανοούμενοι ανακαλύπτουν και πάλι το Γεγονός, συνηθισμένοι στην εικονική ζωή. Οι τζιχαντιστές όμως ματαιοπονούν, γιατί επιτίθενται με καταστροφική λύσσα σε ένα «πτώμα», που έχει ήδη φροντίσει να καταστρέψει τον εαυτό του. Παρατηρεί ο Μυρέ με ειρωνεία: εσείς έχετε την Ούμμα σας, τη μυστική συλλογικότητα που αφήνει άναυδους τους αρθρογράφους μας, συνηθισμένοι καθώς είναι να μας βλέπουν να σηκωνόμαστε όρθιοι σε ένδειξη σεβασμού κυρίως μπροστά στα γιαουρτάκια της Danoneπαρά στον Αλλάχ. Είχαμε, βέβαια, κάποτε κι εμείς την Θεία Κοινωνία, αλλά πλέον αποτελεί μόνο μία παμπάλαια ανάμνηση. Ο μετα-νεωτερικός πολιτισμός είναι βαθύτατα άθεος, όχι γιατί δεν πιστεύει στον Θεό, αλλά γιατί αρνείται το βασικό: η χριστιανική και ιουδαιοχριστιανική Δύση δεν πίστεψε ποτέ πως είναι αθώα. Είναι άθεος γιατί αρνείται το κακό, και όταν το συναντά θέλει να το εκμηδενίσει με τον πιο ολοκληρωτικό τρόπο, διότι δεν θέλει να διακοπεί η καθημερινή διασκέδαση.

Ο Μυρέ αφιερώνει αρκετές σελίδες σε κάτι που προφανώς του έκανε εντύπωση. Λίγες μέρες μετά το τρομοκρατικό χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου, η αγωνία ήταν να συνεχισθεί η καθημερινότητα και να εορτασθεί η γιορτή Halloween στην Αμερική. Θυμίζει πως σε ανάλογες περιπτώσεις όλοι ασχολούνται με το να συνεχισθούν οι γιορτές, οι συναυλίες, οι αθλητικοί αγώνες, παρά το αίμα και τη φρίκη. Άλλωστε, αυτή η χαρά, για τον σεβασμό της οποίας σήμερα εκλιπαρούμε, είναι το μόνο που μας έχει μείνει να κραδαίνουμε ως προσωπικό θησαυρό, ως το ίδιον μας και, συνεπώς, ως το στοιχείο εκείνο που θα θέλαμε ν’ αποτελεί ίδιον ολόκληρης της μελλοντικής ανθρωπότητας. Δεν θέλουμε και εμείς να την «πατήσουμε» όπως η Σοβιετική Ένωση, διότι, στην πραγματικότητα, ούτε η Σοβιετική Ένωση σεβόταν τη χαρά, κι αυτή ακριβώς είναι η πρωταρχική αιτία της κατάρρευσής της.

Παρά ταύτα, οι τζιχαντιστές ματαιοπονούν γιατί ο μηδενισμός τους δεν έχει στόχο. Χτυπάνε κάτι που έχει ήδη γκρεμισθεί συθέμελα. Μόνο που αυτή η κατεδάφιση είναι πια παγκόσμια, καθώς στην εποχή της ξετρελαμένης καλοσύνης ο πολιτισμικός «μπούσουλας» είναι το άγριο ξεφάντωμα, και οι εμπειρίες. Διατηρώ μία επιφύλαξη για την ενδεχόμενη αφομοίωση των τζιχαντιστών σε αυτό το μοντέλο. Ο Μυρέ δεν το διευκρινίζει απόλυτα. Ίσως γιατί δεν πρόλαβε την μετά το 2006 εικόνα της ισλαμιστικής τρομοκρατίας. Δεν πρόλαβε να δει το στυλ ζωής αυτών και την εικονική διαμεσολάβηση της ισλαμιστικής προπαγάνδας.

Για αυτό που είμαι πεπεισμένος, και ας στεναχωρώ φίλους, ότι αυτό το μοντέλο της «χαζοχαρούμενης» χριστιανικής αισιοδοξίας, που ολοένα και περισσότερο διαχέεται, είναι ένας από τους πολλούς πυλώνες του δυτικού «πτώματος».

ΥΓ. Η πλάγια γραφή είναι κείμενο του συγγραφέα, τα εισαγωγικά του συντάκτη του άρθρου.

Τα αδιέξοδα των δυτικών κοινωνιών

ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ Ν. ΜΑΛΛΙΑΡΗ

(από το ένθετο “Αναγνώσεις” της κυριακάτικης Αυγής – 21/01/2018)

 

Παρ’ όλο που ο Φιλίπ Μυρέ υπήρξε ένας πολύ σημαντικός εκπρόσωπος της γαλλικής λογοτεχνίας των τελευταίων δεκαετιών, το Αγαπητοί τζιχαντιστές… είναι μόλις το δεύτερο κείμενό του που μεταφράζεται, πρώτα στα ιταλικά και τώρα στα ελληνικά, μετά την ιταλική και την ισπανική έκδοση της Αυτοκρατορίας του Καλού (1991). Παρά την κάποια μηντιακή αναγνώριση της οποίας χαίρει τα τελευταία χρόνια στη Γαλλία, ο Μυρέ παραμένει ακόμη άγνωστος στο εξωτερικό. Με την εξαίρεση ορισμένων παλιότερων άρθρων του Λάκη Προγκίδη στην Ελευθεροτυπία ή στα Νέα, η μόνη αναφορά στο έργο του γάλλου συγγραφέα στην ελληνική γλώσσα ίσως είναι ο επίλογος που ο ίδιος Λ. Π. μάς παραχώρησε για την ανά χείρας έκδοση αλλά κι ένα παλιότερο σχόλιο του Μισέλ Ουελμπέκ[1].

Παρά το χιουμοριστικό του ύφος -χαρακτηριστικό ενός μαιτρ της σάτιρας όπως ο Μυρέ-, οι Τζιχαντιστές… είναι ένα πυκνό κείμενο, καθώς στις σελίδες του ο συγγραφέας συμπυκνώνει τα φιλοσοφικά, ανθρωπολογικά ή ακόμη και θεολογικά συμπεράσματα της ως τότε διανοητικής του πορείας. Διότι ο Μυρέ διέθετε γερή ιστορική και φιλοσοφική παιδεία όπως επίσης και μια συνολική κοσμοθεωρία. Γραμμένη στα τέλη του 2001, τούτη η ανοιχτή επιστολή χρησιμοποιεί την αναφορά στους φανταστικούς της παραλήπτες για να ειρωνευτεί και καυτηριάσει τα αδιέξοδα των δυτικών κοινωνιών. Το βασικό του συμπέρασμα, απλό όσο και βασανιστικά αφοπλιστικό, μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: Αγαπητοί τζιχαντιστές, άδικα προσπαθείτε να μας καταστρέψετε… Αυτο-καταστρεφόμαστε εδώ και καιρό και μόνοι μας!

Ως μυθιστοριογράφος, δηλαδή θεράπων μιας τέχνης κατεξοχήν νεωτερικής, ο Μυρέ θα πρέπει να ιδωθεί ως εκπρόσωπος μιας νεωτερικής κριτικής στη νεωτερικότητα: μιας κριτικής των υπερβολών που μετατρέπουν το νεωτερικό πρόταγμα της κριτικής σκέψης και του αυτόνομου υποκειμένου, στις σημερινές κοινωνίες της κατανάλωσης και της γενικευμένης διασκέδασης. Η νεωτερική μάχη του ανθρώπου να υπερβεί τον ίδιο του τον εαυτό ήταν ίδιον ενός ηρωικού ανθρώπινου όντος, που είχε στη ζωή του διαφορετικούς στόχους από τη διαρκή καλοπέραση. Τούτη είναι η θεμελιώδης και βασική διαφοροποίηση για τον Μυρέ, η οποία και συνιστά την «ανθρωπολογική μεταμόρφωση» που ορίζει την ανάδυση των σημερινών κοινωνιών: κορύφωση της προοδολάγνου, αισιόδοξης κι ουτοπικής συνιστώσας της νεωτερικότητας είναι ο σημερινός «εορτάζων άνθρωπος» κι η ανάδυση μιας κοινωνίας όπου τα πάντα είναι -ή οφείλουν να γίνονται αντιληπτά ως- γιορτή. Τα πάντα είναι ωραία, όμορφα, χαρούμενα, cool, χαλαρά, κανείς πλέον δε ντρέπεται για τίποτε, όλοι/ες είμαστε ανοικτοί/ές στον Άλλον, όλοι έχουν δικαίωμα στην άποψη, κανείς δεν κρίνει ώστε να μην κριθεί κ.ο.κ. Παντού κυριαρχεί η «θετική σκέψη» κι η «αισιοδοξία», όλοι οφείλουν να χαμογελούν και να χορεύουν.

Για τον συγγραφέα, ίδιον τούτης της μετα-ανθρωπότητας είναι ο αγώνας ενάντια στους περιορισμούς του ίδιου του Πραγματικού, η προσπάθεια να μετατρέψουμε την πραγματικότητα από «αυτό που αντιστέκεται» σε προέκταση του παραληρήματός μας -είτε υποτάσσοντάς την στις προκρούστειες εξωραϊστικές μεθόδους της πολιτικής ορθότητας, της θετικής σκέψης και της αισθητικής χειρουργικής, είτε ρευστοποιώντας την μέσω της εορταστικής εκστατικότητας και της ψευτο-πρωτοποριακής απόρριψης κάθε παρελθόντος. Φροϋδικώς θα λέγαμε ότι η ημερινή ζωή παύει να ορίζεται από την αρχή της Πραγματικότητας και υποτάσσεται στ’ αποχαυνωτικά θέλγητρα της αρχής της Ηδονής. Τα πάντα μετατρέπονται σε χαρά, γιορτή, ρέιβ πάρτι, ψυχοτρόπο τριπ: από τη θρησκεία και την τέχνη ως την πολιτική. Το σύγχρονο άτομο βρίσκεται σε μια διαρκή υπερκινητική περιδίνηση από «φεστιβάλ» σε «event» κι από «workshop» σε «πολυχώρο».

Πρόκειται για πραγματική  «ανθρωπολογική οπισθοδρόμηση», όπως διαβάζουμε στους Τζιχαντιστές…, μιας κι εντός του λούνα-παρκ της σύγχρονης Δύσης καταβάλλεται μια συστηματική προσπάθεια υπαναχώρησης, αφενός, από την ενήλικη στην παιδική ζωή και, αφετέρου, από τη δημιουργική ατομικότητα στη χυλώδη κι αποχαυνωμένη, άνευρη «ολότητα» του διασκεδάζοντος πλήθους. Το πέρασμα από την «ανθρωπότητα της ηρωικής περιόδου» στη «μετα-ανθρωπότητα» σηματοδοτεί μια θεμελιώδη οντολογική έκπτωση: την αυτοκρατορία του Καλού, όπως ονομάζει το καθεστώς αυτό ο Μυρέ, δηλαδή τη δημιουργία ενός «τέλειου» ανθρώπινου όντος, διαρκώς νέου και χωρίς παρελθόν, γιατρεμένου από κάθε τραγικότητα. Πρόκειται για την τελική νίκη του νεωτερικού ουτοπισμού της Προόδου επί της θεμελιώδους κι απερίσταλτης ατέλειας του πραγματικού, ατομικού, ιστορικά συγκεκριμένου ανθρώπινου όντος, δεμένου με το εκάστοτε παρελθόν του.

Αυτήν την ατελή ατομικότητα θέλει να υπερασπιστεί ο Μυρέ ενάντια στην αφηρημένη «ανθρωπότητα», τούτο το κατ’ εξοχήν προϊόν του νεωτερικού παραληρήματος. Αυτό είναι το χρέος της λογοτεχνίας και δη του μυθιστορήματος: η αποδόμηση των λυρικών-ουτοπικών ψευδαισθήσεων, όπως θα ‘λεγε κι ο Μίλαν Κούντερα τον οποίον τόσο εκτιμούσε. Άλλωστε για τον Μυρέ η «θετικότητα», το «Καλό» και το «εορταστικό» συνιστούν τη σημερινή εκδοχή καταπιεστικής Αφαίρεσης, η οποία ποδηγετεί το άτομο, όπως παλιότερα έκαναν το κράτος, η θρησκεία, ο πατριωτισμός, το «θέαμα».

Μπαλζκικός αλλά ταυτόχρονα με τους “μηδενιστές” Σαντ, Σελίν κι Ουελμπέκ, υπερασπιστής του νεωτερικου υποκειμένου, που αντλεί επιχειρήματα από την Καθολική θεολογία, αλλά ταυτοχρόνως κατακριτής της τάσης του εορταστικού καθεστώτος ν’ αποερωτικοποιεί το ανθρώπινο ον: Αυτό που πάντοτε αναζητούσε ο Μυρέ, με το μοναδικό χιούμορ του, ήταν “το απόλυτα ετερογενές”, το στοιχείο εκείνο που θα του επέτρεπε να υπερασπιστεί με τον πιο καθαρό τρόπο “το καταραμένο μας απόθεμα” ενάντια στο καθεστώς της γενικευμένης εορταστικότητας.

Η τάση του αυτή προς την υπερβολή δεν ακυρώνει σε καμία περίπτωση τη διαύγεια της ματιάς του. Τουναντίον μάλιστα: το γεγονός πως ακόμα κι η «δοκιμιακού» τύπου κοινωνική του κριτική (εξέχον δείγμα της οποίας είναι οι Τζιχαντιστές…) είναι γραμμένη σε λογοτεχνικό στυλ, αφήνοντας έτσι έναν σημαντικό βαθμό ασάφειας να πλανάται πάνω από το ερώτημα σχετικά με την ακριβή φύση των πολιτικών απόψεων του συγγραφέα, μπορεί να ‘χει σήμερα μόνο θετικές συνέπειες. Διότι δίνει ένα απελευθερωτικό σκούντημα στην κοιμωμένη μας συνείδηση, που αρκείται όλο και περισσότερο να κατηγοριοποιεί ιεροεξεταστικώς, ασχολούμενη όχι με το τι λέει κάθε φορά ένας συγγραφέας ή ένας στοχαστής, αλλά με το πώς, γιατί και από ποια θέση το λέει. Όχι ότι δεν έχει κι αυτό σημασία· ωστόσο η πραγματική ανάγνωση ασχολείται κατά βάση με το περιεχόμενο των ιδεών και των επιχειρημάτων κάποιου συγγραφέα, όχι με το αν είναι αντιδραστικός, φασίστας ή αριστερός.

Η πολυεπίπεδη αντιφατικότητα του Μυρέ συνιστά απτό τεκμήριο του πλούτου των ιδεών και των διαισθήσεων που μπορεί κανείς να βρει στο έργο ενός συγγραφέα που ο Ζαν Μπωντριγιάρ συγκατέλεγε στους «πολύ σπάνιους αντιστασιακούς» του καιρού μας. Το έργο του έχει πολλά να διδάξει σε όσους επιδιώκουμε μια ριζική κριτική του σύγχρονου τρόπου ζωής: μας δείχνει τα όρια συγκεκριμένων αναλύσεων αλλά και τη σχέση ακόμα και της ριζικότερης κριτικής με τον κόσμο εντός της οποίας αυτή εκδηλώνεται, προσπαθώντας να την πολεμήσει· μας δείχνει τις αντιφάσεις στις οποίες μπορεί να πέσει, την ανάγκη αλλά και ταυτόχρονα τη δυσκολία υπέρβασης των καθιερωμένων εργαλείων και σχημάτων· μας μαθαίνει τη σημασία της γλώσσας αλλά και την ανάγκη να «στοχαζόμαστε επί των συγκεκριμένων αντικειμένων και των γεγονότων του καθημερινού μας κόσμου, από τη Ντίσνεϊλαντ και την τρομοκρατία, ως την πορνογραφία, τα σούπερ μάρκετ και τον Άντι Γουόρχολ», όπως σημείωνε ο ίδιος ο Μυρέ μιλώντας για τον Μπωντριγιάρ.

Αν, όπως το θέτει ο Ζ.-Κ. Μισεά, «καμία κοινωνία εφάμιλλη των σημερινών δυνατοτήτων του ανθρώπινου είδους δε θα έχει έστω και την παραμικρή πιθανότητα ιστορικής πραγμάτωσης, καθόσον το ριζοσπαστικό κίνημα παραμένει ανήμπορο να αναγνωρίσει ρητά ότι είναι πλέον ανάγκη να αποδεχθούμε μια σειρά συντηρητικών απαιτήσεων»[2], ο εμπλουτισμός της κριτικής σκέψης σήμερα με μια μυρεϊκή προοπτική θα πρέπει να θεωρείται ως εκ των ων ουκ άνευ σε θεωρητικό και αναλυτικό επίπεδο -ανεξάρτητα απ’ τα προσωπικά χούγια και τις ιδιαίτερες συμπάθειες του ίδιου του Μυρέ.

[1] Μ. Ουελμπέκ, Μπ.-Α. Λεβί, Δημόσιος κίνδυνος, μτφρ. Λ. Σιπητάνου, Αθήνα, Εστία, 2010, σ. 107.

[2] Ζ.-Κ. Μισεά, Τζορτζ Όργουελ, ένας συντηρητικός αναρχικός (ετοιμάζεται από τις εκδόσεις «Μάγμα»).

Παρουσίαση του “Αγαπητοί Τζιχαντιστές…”

από το βιβλιοφιλικο μπλογκ akamas

 

Είναι λίγες οι φορές που νιώθω κάπως περίεργα να παρουσιάσω ένα βιβλίο και οι λόγοι είναι αρκετοί. Ο πρώτος είναι ότι πρόκειται για το πρώτο βιβλίο ενός νέου εκδοτικού οίκου, των εκδόσεων Μάγμα. Ένας νέος εκδοτικός οίκος, ο οποίος τολμά να ξεκινήσει με ένα αιρετικό θα μπορούσα να πω βιβλίο. Ένα βιβλίο ενός σημαντικού Γάλλου διανοητή, του Φιλίπ Μυρέ, ο οποίος τολμά να προσεγγίσει την επίθεση στους δίδυμους πύργους μέσα από μια διαφορετική οπτική Δεν κατηγορεί τα μέλη της Αλ Κάιντα που πραγματοποίησαν την επίθεση, αλλά τη Δυση και τον δυτικό πολιτισμό, ο οποίος βρίσκεται στα όρια της κατάρρευσης. Θεωρεί ότι έχει αποξηρανθεί από τις ιδέες του και τις αξίες του και οδηγείται σε μια παγκοσμιότητα του χρήματος, σε έναν κόσμο όπου τα ανθρώπινα δικαιώματα εφαρμόζονται απλά και μόνο για να βοηθούν τους ανθρώπους να γίνουν καλές παραγωγικές μηχανές, χωρίς να σκέφτονται και να λειτουργούν ως ένα κομμάτι της. Δεν ξέρω αν η κατάσταση που περιγράφει ο συγγραφέας είναι αναστρέψιμη, αλλά θα πρέπει να αναλογιστούμε τις συνθήκες που μας οδήγησαν ως εδώ.

Τα αδιέξοδα των δυτικών κοινωνιών

Του Νίκου Ν. Μάλλιαρη

(Δημοσιεύτηκε στο ένθετο Αναγνώσεις της κυριακάτικης Αυγής – 21/01/2018)

 

Παρ’ όλο που ο Φιλίπ Μυρέ υπήρξε ένας πολύ σημαντικός εκπρόσωπος της γαλλικής λογοτεχνίας των τελευταίων δεκαετιών, το Αγαπητοί τζιχαντιστές… είναι μόλις το δεύτερο κείμενό του που μεταφράζεται, πρώτα στα ιταλικά και τώρα στα ελληνικά, μετά την ιταλική και την ισπανική έκδοση της Αυτοκρατορίας του Καλού (1991). Παρά την κάποια μηντιακή αναγνώριση της οποίας χαίρει τα τελευταία χρόνια στη Γαλλία, ο Μυρέ παραμένει ακόμη άγνωστος στο εξωτερικό. Με την εξαίρεση ορισμένων παλιότερων άρθρων του Λάκη Προγκίδη στην Ελευθεροτυπία ή στα Νέα, η μόνη αναφορά στο έργο του γάλλου συγγραφέα στην ελληνική γλώσσα ίσως είναι ο επίλογος που ο ίδιος Λ. Π. μάς παραχώρησε για την ανά χείρας έκδοση αλλά κι ένα παλιότερο σχόλιο του Μισέλ Ουελμπέκ[1].

Παρά το χιουμοριστικό του ύφος -χαρακτηριστικό ενός μαιτρ της σάτιρας όπως ο Μυρέ-, οι Τζιχαντιστές… είναι ένα πυκνό κείμενο, καθώς στις σελίδες του ο συγγραφέας συμπυκνώνει τα φιλοσοφικά, ανθρωπολογικά ή ακόμη και θεολογικά συμπεράσματα της ως τότε διανοητικής του πορείας. Διότι ο Μυρέ διέθετε γερή ιστορική και φιλοσοφική παιδεία όπως επίσης και μια συνολική κοσμοθεωρία. Γραμμένη στα τέλη του 2001, τούτη η ανοιχτή επιστολή χρησιμοποιεί την αναφορά στους φανταστικούς της παραλήπτες για να ειρωνευτεί και καυτηριάσει τα αδιέξοδα των δυτικών κοινωνιών. Το βασικό του συμπέρασμα, απλό όσο και βασανιστικά αφοπλιστικό, μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: Αγαπητοί τζιχαντιστές, άδικα προσπαθείτε να μας καταστρέψετε… Αυτο-καταστρεφόμαστε εδώ και καιρό και μόνοι μας!

Ως μυθιστοριογράφος, δηλαδή θεράπων μιας τέχνης κατεξοχήν νεωτερικής, ο Μυρέ θα πρέπει να ιδωθεί ως εκπρόσωπος μιας νεωτερικής κριτικής στη νεωτερικότητα: μιας κριτικής των υπερβολών που μετατρέπουν το νεωτερικό πρόταγμα της κριτικής σκέψης και του αυτόνομου υποκειμένου, στις σημερινές κοινωνίες της κατανάλωσης και της γενικευμένης διασκέδασης. Η νεωτερική μάχη του ανθρώπου να υπερβεί τον ίδιο του τον εαυτό ήταν ίδιον ενός ηρωικού ανθρώπινου όντος, που είχε στη ζωή του διαφορετικούς στόχους από τη διαρκή καλοπέραση. Τούτη είναι η θεμελιώδης και βασική διαφοροποίηση για τον Μυρέ, η οποία και συνιστά την «ανθρωπολογική μεταμόρφωση» που ορίζει την ανάδυση των σημερινών κοινωνιών: κορύφωση της προοδολάγνου, αισιόδοξης κι ουτοπικής συνιστώσας της νεωτερικότητας είναι ο σημερινός «εορτάζων άνθρωπος» κι η ανάδυση μιας κοινωνίας όπου τα πάντα είναι -ή οφείλουν να γίνονται αντιληπτά ως- γιορτή. Τα πάντα είναι ωραία, όμορφα, χαρούμενα, cool, χαλαρά, κανείς πλέον δε ντρέπεται για τίποτε, όλοι/ες είμαστε ανοικτοί/ές στον Άλλον, όλοι έχουν δικαίωμα στην άποψη, κανείς δεν κρίνει ώστε να μην κριθεί κ.ο.κ. Παντού κυριαρχεί η «θετική σκέψη» κι η «αισιοδοξία», όλοι οφείλουν να χαμογελούν και να χορεύουν.

Για τον συγγραφέα, ίδιον τούτης της μετα-ανθρωπότητας είναι ο αγώνας ενάντια στους περιορισμούς του ίδιου του Πραγματικού, η προσπάθεια να μετατρέψουμε την πραγματικότητα από «αυτό που αντιστέκεται» σε προέκταση του παραληρήματός μας -είτε υποτάσσοντάς την στις προκρούστειες εξωραϊστικές μεθόδους της πολιτικής ορθότητας, της θετικής σκέψης και της αισθητικής χειρουργικής, είτε ρευστοποιώντας την μέσω της εορταστικής εκστατικότητας και της ψευτο-πρωτοποριακής απόρριψης κάθε παρελθόντος. Φροϋδικώς θα λέγαμε ότι η ημερινή ζωή παύει να ορίζεται από την αρχή της Πραγματικότητας και υποτάσσεται στ’ αποχαυνωτικά θέλγητρα της αρχής της Ηδονής. Τα πάντα μετατρέπονται σε χαρά, γιορτή, ρέιβ πάρτι, ψυχοτρόπο τριπ: από τη θρησκεία και την τέχνη ως την πολιτική. Το σύγχρονο άτομο βρίσκεται σε μια διαρκή υπερκινητική περιδίνηση από «φεστιβάλ» σε «event» κι από «workshop» σε «πολυχώρο».

Πρόκειται για πραγματική  «ανθρωπολογική οπισθοδρόμηση», όπως διαβάζουμε στους Τζιχαντιστές…, μιας κι εντός του λούνα-παρκ της σύγχρονης Δύσης καταβάλλεται μια συστηματική προσπάθεια υπαναχώρησης, αφενός, από την ενήλικη στην παιδική ζωή και, αφετέρου, από τη δημιουργική ατομικότητα στη χυλώδη κι αποχαυνωμένη, άνευρη «ολότητα» του διασκεδάζοντος πλήθους. Το πέρασμα από την «ανθρωπότητα της ηρωικής περιόδου» στη «μετα-ανθρωπότητα» σηματοδοτεί μια θεμελιώδη οντολογική έκπτωση: την αυτοκρατορία του Καλού, όπως ονομάζει το καθεστώς αυτό ο Μυρέ, δηλαδή τη δημιουργία ενός «τέλειου» ανθρώπινου όντος, διαρκώς νέου και χωρίς παρελθόν, γιατρεμένου από κάθε τραγικότητα. Πρόκειται για την τελική νίκη του νεωτερικού ουτοπισμού της Προόδου επί της θεμελιώδους κι απερίσταλτης ατέλειας του πραγματικού, ατομικού, ιστορικά συγκεκριμένου ανθρώπινου όντος, δεμένου με το εκάστοτε παρελθόν του.

Αυτήν την ατελή ατομικότητα θέλει να υπερασπιστεί ο Μυρέ ενάντια στην αφηρημένη «ανθρωπότητα», τούτο το κατ’ εξοχήν προϊόν του νεωτερικού παραληρήματος. Αυτό είναι το χρέος της λογοτεχνίας και δη του μυθιστορήματος: η αποδόμηση των λυρικών-ουτοπικών ψευδαισθήσεων, όπως θα ‘λεγε κι ο Μίλαν Κούντερα τον οποίον τόσο εκτιμούσε. Άλλωστε για τον Μυρέ η «θετικότητα», το «Καλό» και το «εορταστικό» συνιστούν τη σημερινή εκδοχή καταπιεστικής Αφαίρεσης, η οποία ποδηγετεί το άτομο, όπως παλιότερα έκαναν το κράτος, η θρησκεία, ο πατριωτισμός, το «θέαμα».

Μπαλζκικός αλλά ταυτόχρονα με τους “μηδενιστές” Σαντ, Σελίν κι Ουελμπέκ, υπερασπιστής του νεωτερικου υποκειμένου, που αντλεί επιχειρήματα από την Καθολική θεολογία, αλλά ταυτοχρόνως κατακριτής της τάσης του εορταστικού καθεστώτος ν’ αποερωτικοποιεί το ανθρώπινο ον: Αυτό που πάντοτε αναζητούσε ο Μυρέ, με το μοναδικό χιούμορ του, ήταν “το απόλυτα ετερογενές”, το στοιχείο εκείνο που θα του επέτρεπε να υπερασπιστεί με τον πιο καθαρό τρόπο “το καταραμένο μας απόθεμα” ενάντια στο καθεστώς της γενικευμένης εορταστικότητας.

Η τάση του αυτή προς την υπερβολή δεν ακυρώνει σε καμία περίπτωση τη διαύγεια της ματιάς του. Τουναντίον μάλιστα: το γεγονός πως ακόμα κι η «δοκιμιακού» τύπου κοινωνική του κριτική (εξέχον δείγμα της οποίας είναι οι Τζιχαντιστές…) είναι γραμμένη σε λογοτεχνικό στυλ, αφήνοντας έτσι έναν σημαντικό βαθμό ασάφειας να πλανάται πάνω από το ερώτημα σχετικά με την ακριβή φύση των πολιτικών απόψεων του συγγραφέα, μπορεί να ‘χει σήμερα μόνο θετικές συνέπειες. Διότι δίνει ένα απελευθερωτικό σκούντημα στην κοιμωμένη μας συνείδηση, που αρκείται όλο και περισσότερο να κατηγοριοποιεί ιεροεξεταστικώς, ασχολούμενη όχι με το τι λέει κάθε φορά ένας συγγραφέας ή ένας στοχαστής, αλλά με το πώς, γιατί και από ποια θέση το λέει. Όχι ότι δεν έχει κι αυτό σημασία· ωστόσο η πραγματική ανάγνωση ασχολείται κατά βάση με το περιεχόμενο των ιδεών και των επιχειρημάτων κάποιου συγγραφέα, όχι με το αν είναι αντιδραστικός, φασίστας ή αριστερός.

Η πολυεπίπεδη αντιφατικότητα του Μυρέ συνιστά απτό τεκμήριο του πλούτου των ιδεών και των διαισθήσεων που μπορεί κανείς να βρει στο έργο ενός συγγραφέα που ο Ζαν Μπωντριγιάρ συγκατέλεγε στους «πολύ σπάνιους αντιστασιακούς» του καιρού μας. Το έργο του έχει πολλά να διδάξει σε όσους επιδιώκουμε μια ριζική κριτική του σύγχρονου τρόπου ζωής: μας δείχνει τα όρια συγκεκριμένων αναλύσεων αλλά και τη σχέση ακόμα και της ριζικότερης κριτικής με τον κόσμο εντός της οποίας αυτή εκδηλώνεται, προσπαθώντας να την πολεμήσει· μας δείχνει τις αντιφάσεις στις οποίες μπορεί να πέσει, την ανάγκη αλλά και ταυτόχρονα τη δυσκολία υπέρβασης των καθιερωμένων εργαλείων και σχημάτων· μας μαθαίνει τη σημασία της γλώσσας αλλά και την ανάγκη να «στοχαζόμαστε επί των συγκεκριμένων αντικειμένων και των γεγονότων του καθημερινού μας κόσμου, από τη Ντίσνεϊλαντ και την τρομοκρατία, ως την πορνογραφία, τα σούπερ μάρκετ και τον Άντι Γουόρχολ», όπως σημείωνε ο ίδιος ο Μυρέ μιλώντας για τον Μπωντριγιάρ.

Αν, όπως το θέτει ο Ζ.-Κ. Μισεά, «καμία κοινωνία εφάμιλλη των σημερινών δυνατοτήτων του ανθρώπινου είδους δε θα έχει έστω και την παραμικρή πιθανότητα ιστορικής πραγμάτωσης, καθόσον το ριζοσπαστικό κίνημα παραμένει ανήμπορο να αναγνωρίσει ρητά ότι είναι πλέον ανάγκη να αποδεχθούμε μια σειρά συντηρητικών απαιτήσεων»[2], ο εμπλουτισμός της κριτικής σκέψης σήμερα με μια μυρεϊκή προοπτική θα πρέπει να θεωρείται ως εκ των ων ουκ άνευ σε θεωρητικό και αναλυτικό επίπεδο -ανεξάρτητα απ’ τα προσωπικά χούγια και τις ιδιαίτερες συμπάθειες του ίδιου του Μυρέ.

[1] Μ. Ουελμπέκ, Μπ.-Α. Λεβί, Δημόσιος κίνδυνος, μτφρ. Λ. Σιπητάνου, Αθήνα, Εστία, 2010, σ. 107.

[2] Ζ.-Κ. Μισεά, Τζορτζ Όργουελ, ένας συντηρητικός αναρχικός (ετοιμάζεται από τις εκδόσεις «Μάγμα»).